
Ο Μπομπ και η Λούλα ήταν ένα ζευγάρι ψαράκια Gappies. Ζούσαν σ'ένα 50λιτρο ενυδρείο μαζί με άλλα ψαράκια του είδους τους, όμως εκείνοι ήταν ξεχωριστοί. Από την πρώτη στιγμή που συναντήθηκαν ερωτεύτηκαν κεραυνοβόλα κι από τότε έγιναν αχώριστοι.
Ο Μπομπ ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία αλλά πιο μικρόσωμος από τη Λούλα. εκείνη ήταν "νταρντάνα", ακριβώς όπως του άρεσαν τα θηλυκά! Ήταν λευκή με μια πορτοκαλί ουρά - δε θα την έλεγες όμορφη με την κλασσική έννοια του όρου, ήταν όμως γοητευτική.
Ο Μπομπ από την άλλη ήταν ένας κούκλος! Τα χρώματά του ξετρέλαιναν όλα τα θηλυκά. Η ουρά του, μακριά και φουντωτή, είχε όλα τα χρώματα της ίριδας. Κολυμπούσε πάντα πιο γρήγορα απ'όλους τους αρσενικούς κερδίζοντας τις εντυπώσεις στο ενυδρείο.Κανένα άλλο ζευγάρι στο ενυδρείο δεν είχε σοβαρή σχέση, όπως αυτοί οι δυο. Ήταν συνέχεια μαζί, έτρωγαν μαζί, έπαιζαν μαζί, κοιμόντουσαν μαζί. Και φυσικά ζευγάρωναν μόνο μεταξύ τους. Τα άλλα δυο δύστυχα (λέμε τώρα!) αρσενικά είχαν επωμιστεί το βάρος των υπόλοιπων οκτώ θηλυκών! Κάποιοι, και κυρίως κάποιες, τους ζήλευαν για την σχέση τους και κάποιοι άλλοι τους κορόιδευαν και τους θεωρούσαν ντεμοντέ.
Σε γενικές γραμμές ο Μπομπ με τη Λούλα δεν είχαν προβλήματα - πέρα από τις απλές καθημερινές διαφωνίες. Όμως η Λούλα τον ζήλευε. Και ζήλευε πολύ. Ο Μπομπ, όσο κι αν την αγαπούσε, κάποιες φορές έφτανε στα όριά του και τότε ερχόταν η σύγκρουση. Ποτέ άλλοτε όμως η Λούλα δεν είχε ζηλέψει τόσο, όσο τώρα με την νεοφερμένη. Βλέπεις η μεγάλη κυρία της παρέας τους άφησε χρόνους και το αφεντικό τους θεώρησε καλό να την αντικαταστήσει. Κι έφερε τη Σάρα. Όμορφη όσο καμιά. Το κόκκινο χρώμα της ουράς της έκανε όλα τ'αρσενικά να τρέχουν από πίσω της. Κι εκείνη, περήφανη, σνομπ κι ατίθαση, τους γοήτευε με τη συμπεριφορά της πολύ περισσότερο απ'όσο με την ομορφιά της. Ε, κι ο Μπομπ ο κακομοίρης, τι να έκανε; Άντρας ήτανε κι αυτός, να μη ρίξει μια ματιά;
Έλα όμως που η Λούλα τα είχε πάρει στο κρανίο και του έκανε σκηνές κάθε πέντε λεπτά! Ήταν και σε προχωρημένη εγκυμοσύνη κι οι ορμόνες της την έκαναν ακόμα πιο οξύθυμη και γκρινιάρα!
Εκείνη τη μέρα ένιωθε πολύ άσχημα. Ανακατευόταν το στομάχι της, δεν είχε όρεξη για τίποτα. Είχε πιάσει μια γωνιά, πίσω από το κερατόφυλλο και καθόταν μουτρωμένη.
"Λούλα; Εδώ είσαι αγάπη μου; Γιατί κάθεσαι μόνη σου καρδιά μου;"
"Μπομπ, κάνε μου τη χάρη! Θυμήθηκες ότι υπάρχω επιτέλους κι ενδιαφέρθηκες; Δυο ώρες είμαι εδώ, εσύ πού ήσουνα;"
"Βρε μωρό μου πάνω ήμουνα με τα παιδιά. Είχε ρίξει αρτέμια το πρωί και τσιμπολογούσαμε κάτι υπολλείματα και τα λέγαμε"
"Ναι, με τα παιδιά... Πού τα πουλάς αυτά βρε; Πίσω απ'την ουρά της Σάρας είσασταν κολλημένοι, νομίζεις δε βλέπω από δω; Επειδή δε μιλάω;"
"Τι δε μιλάς βρε Λούλα μου, τι δε μιλάς που δεν το κλείνεις και λιγάκι το ρημάδι! Μέσα στη γκρίνια είσαι όλη μέρα! Πού πάω, τι κάνω, με ποιόν μιλάω, αμάν πια! Βαρέθηκα!"
"Βαρέθηκες; Βαρέθηκες κύριε; Μη σε κρατάμε τότε! Το κουβαδάκι σου και σ'άλλη παραλία, μπρος! Άκου βαρέθηκε ο κύριος! Ανέχομαι τόσο καιρό τις αλητείες σου και θα μας πεις ότι βαρέθηκες κιόλας! Ούτε την κατάστασή μου δε σέβεσαι, τέτοιος εγωιστής είσαι! Τον εαυτούλη σου μόνο και να περνάς καλά! Φύγε λοιπόν, τι με κοιτάς; Μπρος, άντε, δίνε του!"
"Τι να σου πω τώρα παιδάκι μου, τι να σου πω; Έχε χάρη που είσαι έγκυος αλλιώς θα έτρωγες καμιά να βρεθείς στο φίλτρο!"
"Ναι, απείλησέ μας κιόλας! Χα, θα μας δείρει ο νταής, ακούτε παιδιά! Τέτοιος άντρας είναι, να βαράει έγκυες γυναίκες!"
"Τι έγινε ρε παιδιά, τι φωνάζετε έτσι; Αχ, σιγά ρε Μπομπ, μη σπρώχνεις! Πού πάει αυτός καλέ έτσι φουριόζος; Τι έγινε Λούλα μου, μαλώσατε πάλι;"
"Άσε με Ρίτσα, άσε με, γιατί αν με πιάσεις απ'τη μύτη θα σκάσω!"
"Γιατί να σκάσεις παιδί μου, απ'το στόμα αναπνέεις!..."
"Που λέει ο λόγος ρε Ρίτσα, άντε κι εσύ τώρα! Τον είδες; Τον άκουσες; Πάει Ρίτσα τελείωσε, χωρίζω!"
"Ναι καλά, τα'χουμε ακούσει αυτά.... Εσείς δε χωρίζετε παιδάκι μου, είστε πλασμένοι ο ένας για τον άλλον"
"Είμασταν! Ό,τι είμασταν, είμασταν! Τελείωσε σου λέω, αυτό δεν του το συγχωρώ. Όλη μέρα χαριεντίζεται με τη βλαμμένη κι αντί να ζητάει και συγνώμη μου το παίζει και τσαμπουκάς! Με γκάστρωσε εμένα καλά καλά να μη μπορώ να πάρω την ουρά μου, για να κάνει ο κύριος ελεύθερος τις πομπές του! Όχι αγάπη μου, ως εδώ ήτανε! Δε με μεγάλωσε η μάνα μου εμένα έτσι. Πρηγκίπισσα με είχανε και με καμαρώναν όλοι! Και κοίτα που κατάντησα. Χοντρή και παραμελημένη..."
"Έλα ρε Λούλα, μην κλαις, γεμίζεις άλατα το νερό! Ο Μπομπ δεν κάνει τέτοια πράγματα. Να μου πεις για τον Ντάφυ να σου πω ναι. Ο Πιέρ; Μάλιστα. Αλλά ο Μπομπ το ξέρεις ότι σ'αγαπάει και δεν έχει μάτια γι άλλη"
"Δεν θα έχει σίγουρα, γιατί θα του τα βγάλω! Κοίτα την, κοίτα κούνημα και νάζι! Φταίω εγώ τώρα να της ρίξω μια πτερυγιά έτσι που περνάει να την ξεράνω;"
"Χα,χα, έλα ρε Λουλάκι, τι σου φταίει η Σάρα; Ελεύθερο κορίτσι είναι, θα κάνει το κομμάτι της. Τα ξέχασες τα δικά σου πριν γνωρίσεις τον Μπομπ; Δεν είχες αφήσει αρσενικό για αρσενικό μέσα στο ενυδρείο!"
"Δε φταίω εγώ, με κυνηγάγανε! Τους καλύτερους είχα, ααααχ, χαραμίστηκα με τον άχρηστο Ρίτσα μου. Κοίτα πώς με κατάντησε, να κλαίω σαν την κακομοίρα... εγώ που κουνούσα το μικρό μου πτερυγιάκι και πέφτανε ξεροί!..."
"Έλα σταμάτα, μάνα θα γίνεις. Κάτσε να γεννηθούν τα μωράκια σου και θα τα ξεχάσεις όλα. Δε θα είναι πια ο Μπομπ το κέντρο του κόσμου για σένα. Έλα, πάμε μια βόλτα μέχρι την ανούμπια, σήκωσε το κεφάλι σου και μη του δίνεις σημασία, κυρία εσύ! Να δεις πως θα τρέχει από πίσω σου μετά!"
"Ναι, καλά, κάτσε να'ρθει προς τα δω και θα δεις τι θα τον κάνω! Λέπι για λέπι δε θα του αφήσω!"
"Έλα τώρα! Δεν ακούς τι σου λέω τόση ώρα; Κυρία δεν είπαμε; Λούλα; Τι έπαθες Λούλα μου, γιατί κάνεις έτσι;"
"Αααααχ, πονάωωωω! Καλέ, δεν είμαι καλά, αχ,αχ, Ρίτσα γεννάω μου φαίνεται!..."
"Αμάααν! Τώρα; Πάμε, έλα πάμε γρήγορα στο κερατόφυλλο, πάω να φωνάξω τον Μπομπ, κάτσε εσύ εδώ, έτσι μπράβο".
................................................. .......... ...........
"Λούλα; Αγάπη μου; Τι έγινε κορίτσι μου, γεννάμε;"
"Εγώ γεννάω Μπομπ, ΕΓΩ! Εσύ τρέχεις πίσω απ'την τσουλίτσα σου! Ααααχ, πονάω Παναγία μου!...."
"Έλα κορίτσι μου, κουράγιο. Έρχονται τα παιδάκια μας. Κράτα το πτερύγιό μου, έτσι. Νάτα, βγαίνουνε, πω,πω, πόσα πολλά.... Καλά, έχω και σπέρμα δυνατό ο άτιμος!"
"Σκάσε ρε Μπομπ που δε χάνεις ευκαιρία να καυχηθείς! Σπρώξε μου λίγο την κοιλιά να βγούνε και τα υπόλοιπα! Α,πα,πα, τι ήταν αυτό! Πάει, τελευταία φορά ήτανε! Πήγαινε ν’ αφήσεις έγκυο τη Σάρα να περάσει αυτά που περνάω να το φχαριστηθώ!"
"Έλα κούκλα μου, έλα γκρινιάρα μου, αγάπη μου εσύ! Μανούλα εσύ όμορφη! Έλα να καμαρώσουμε τα παιδάκια μας. Σε λατρεύω Λούλα μου, δεν το ξέρεις;"
"Το ξέρω βρε άτιμε, το ξέρω. Κι εγώ σ'αγαπάω γι αυτό και ζηλεύω, δεν το καταλαβαίνεις; Άντε μάζεψε τα μωρά, βάλτα καλά μέσα στο κερατόφυλλο μη τα δουν οι άλλοι οι άχρηστοι και μας τα φάνε από τη ζήλια τους!...."
Ο Μπομπ αγκάλιασε τη Λούλα τρυφερά με το πτερύγιό του και της έδωσε ένα γλυκό φιλί στο στόμα. Κοίταξε τα νεογέννητα μωρά τους κι ένιωσε ένα συναίσθημα πληρότητας κι ευτυχίας. Πόσο όμορφη τελικά μπορεί να είναι η ζωή...