26 Φεβ 2009

Barel ο σκιτσογράφος!

Πριν προχωρήσω στη σημερινή μου ανάρτηση, να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στους φίλους μπλόγκερς που μου έκαναν την τιμή να έρθουν στην πρώτη παρουσίαση του "Μάτια μου"! Ήταν μια εξαιρετική βραδιά, ζεστή, φιλική κι η χαρά μου ήταν διπλή, αφού μου έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά κάποιους από σας. Όσοι δεν τα καταφέρατε μην στεναχωριέστε, παρουσιάσεις θα γίνουν αρκετές ακόμα, ίσως κάποια να είναι κοντά στη γειτονιά σας και τότε θα μας δοθεί η ευκαιρία να γνωριστούμε!
Αkamas
Μαριάννα
Αριστόδημε
Ξυπόλυτη
Μαρία Β.
Χίλια ευχαριστώ που με τιμήσατε με την παρουσία σας! Και ένα ευχαριστώ ακόμα στους φίλους απ'το facebook που παραβρέθηκαν σ'αυτή την όμορφη βραδιά!


Νομίζω πως τον Σωτήρη τον ξέρετε όλοι πια στη μπλογκογειτονιά! Είναι ο χαρισματικός σκιτσογράφος της καθημερινότητάς μας, που με τα έξυπνα κείμενά του και τα πετυχημένα σκίτσα του σατυρίζει την πολιτική σκηνή της χώρας μας και όχι μόνο! Ο Σωτήρης είναι διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο Πειραιά στην Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων, αλλά το μεράκι του παραμένει η γελοιογραφία. Πολλές φορές έχω διαβάσει στα σχόλια που του αφήνουν οι φίλοι, να τον ρωτούν γιατί δε δημοσιεύει τα σκίτσα του, που τίποτα δεν έχουν να ζηλέψουν από αυτά που συνήθως βλέπουμε στα έντυπα. Ο Barel όμως μας κάνει την τιμή να σχεδιάζει για τα μάτια μας μόνο κι εμείς το εκτιμούμε αυτό και τον ευχαριστούμε!

Αφορμή αυτής της ανάρτησης στάθηκε το σκίτσο που μου έστειλε για την ανάρτηση που είχα κάνει με τίτλο "Μα πώς είσαι έτσι ρε μαμά;" Αυτή την ιστορία ο Σωτήρης την οπτικοποίησε με τον δικό του μοναδικό τρόπο και το βρήκα τόσο απολαυστικό που θέλησα να το μοιραστώ μαζί σας! Γελάστε με την ψυχή σας λοιπόν και σας διαβεβαιώ πως δεν παρεξηγούμαι με τίποτα! Ειδικά με τη σάτυρα! Σωτήρη σ'ευχαριστώ!





22 Φεβ 2009

Εσύ θα έρθεις;...



Την Τετάρτη 25/2 θα γίνει η πρώτη παρουσίαση του "Μάτια μου", στο βιβλιοπωλείο Περδίκης, στην Καλλιθέα, στις 7 το απόγευμα. Αν είναι ο δρόμος σας ή - ακόμα καλύτερα - αν γίνει ο δρόμος σας επί τούτου, θα χαρώ πολύ να σας δω κι επιτέλους να γνωριστούμε από κοντά!

Εσύ θα έρθεις, μάτια μου;...

19 Φεβ 2009

Ένα χρόνο μαζί...!!!

Κεραστείτε από την τούρτα που μου έφτιαξε η Έλενά μου από τις Συνταγές της καρδιάς! Ευχαριστώ γλυκιά μου!!!


Πριν από ένα χρόνο ξεκίνησα αυτό εδώ το μπλογκ, μετά από προτροπή του εκδοτικού μου οίκου. Είχα ήδη γράψει τότε τις ψαροϊστορίες μου και μου πρότειναν να φτιάξω το μπλογκ για να τις δημοσειεύω εδώ. Δεν είχα ιδέα τι σημαίνει μπλογκ, δεν ήξερα τους κανόνες του μπλόγκινκ, δεν ήξερα καλά καλά πώς να κάνω μια ανάρτηση!

Έμαθα όμως. Με τον καιρό τα έμαθα όλα. Και εκτός από τα τεχνικά, έμαθα και τα άλλα, τα βασικά και ουσιαστικά. Έμαθα τι σημαίνει μπλόγκινκ, μπλογκόσφαιρα και μπλογκογειτονιά. Έμαθα πως τελικά δεν είναι οι αναρτήσεις, τα widgets, τα layouts, που φτιάχνουν ένα μπλογκ. Είναι οι άνθρωποι. Εσείς όλοι που γνώρισα εδώ μέσα και γίνατε τα φιλαράκια μου, το παρεάκι μου. Εσείς που με διαβάζετε, που σχολιάζετε, εσείς που με αποδεχτήκατε στην παρέα σας και με αγκαλιάσατε με τόση αγάπη.

Εσείς που με τα δικά σας μπλογκς με μάθατε τόσα πράγματα, μου χαρίσατε το δώρο της επικοινωνίας και σε πολλές περιπτώσεις εκείνο το σπάνιο: της φιλίας.

Σε όλους εσάς λοιπόν, ένα μεγάλο ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου (κι όχι έξω απ'την καρδιά μου που είπε ο Σάκης!), επειδή χάρη σε σας δε νιώθω ποτέ μόνη....

Εύχομαι αυτή η σχέση που τώρα είναι μόλις ενός έτους, να μετρήσει πολλά και ουσιαστικά χρόνια από δω και μπρος.... Σας αγαπώ πολύ!


Η πρώτη μου ανάρτηση.... Ο Λευτέρης και ο Τίτο!

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μια πολύ φτωχή οικογένεια με τέσσερα μικρά παιδιά. Ο μπαμπάς τους δούλευε οικοδόμος κι η μαμά τους καθάριζε σπίτια για ένα μεροκάματο. Τα παιδάκια, δυο αγόρια και δυο κορίτσια, πήγαιναν σχολείο και βοηθούσαν όσο μπορούσαν με τις δουλειές του σπιτιού. Ήταν όλα τους καλά παιδιά, φρόνιμα και υπάκουα, με σεβασμό και αγάπη προς τους γονείς τους. Ποτέ δε ζητούσαν τίποτα παραπάνω απ’όσα μπορούσαν να έχουν, για να μην τους στεναχωρούν που δεν είχαν χρήματα να τους το προσφέρουν. Τους πρόσφεραν όμως πολύ αγάπη και τα παιδιά τους το εκτιμούσαν αυτό κι ένιωθαν ευτυχισμένα μέσα στη φτώχια τους.

Το μικρότερο από τα παιδιά αυτά, ο Λευτέρης, αγαπούσε πάρα πολύ τα ζώα. Όλοι τ’αγαπούσαν σ’αυτή την οικογένεια, αλλά ο Λευτέρης τους είχε παθολογική αδυναμία. Αν έβρισκε πεινασμένο σκυλάκι ή γατούλα στο δρόμο, το τάιζε με το κολατσιό του κι εκείνος έμενε νηστικός. Επειδή στο σπίτι δε γινόταν να έχει ένα δικό του ζωάκι, είχε γεμίσει το παιδικό δωμάτιο με ζωγραφιές και εικόνες από διάφορα ζώα – σκύλους, γάτες, πουλιά, άλογα, ό,τι μπορείς να φανταστείς! Ήταν οκτώ χρονών κι επειδή ήταν άριστος μαθητής έλεγε πως θα γίνει κτηνίατρος, για να βοηθάει και ν’ανακουφίζει τους μικρούς του φίλους.

Τα Σάββατα η μητέρα του Λευτέρη, η κυρία Κατερίνα, δούλευε στο σπίτι των Πουλόπουλων, μια βίλα στα βόρεια προάστεια. Ήταν μια πλούσια οικογένεια γιατρών, οι οποίοι είχαν δυο σκυλιά στον κήπο τους και ένα μεγάλο ενυδρείο μέσα στο σπίτι τους. Το γεγονός αυτό έκανε τον Λευτέρη να πηγαίνει κάθε Σάββατο μαζί με τη μητέρα του, τάχα για να την βοηθάει, αλλά στην πραγματικότητα για να βρίσκεται κοντά στα ζώα. Ακόμα κι αυτά τα σκυλιά που ήταν φύλακες κι ήταν άγρια με όλους, όταν έβλεπαν τον Λευτέρη έκαναν τόσες χαρές και παιχνίδια που δεν το πίστευε άνθρωπος!

Αφού έπαιζε κάμποση ώρα μαζί τους στον κήπο, στη συνέχεια ο Λευτέρης στηνόταν μπροστά στο ενυδρείο και χάζευε τα ψάρια με τις ώρες! Είχε βγάλει ονόματα σε όλα και πίστευε πως κι εκείνα μετά από τόσο καιρό τον γνώριζαν κι ανταποκρίνονταν στην παρουσία του. Η μητέρα του φυσικά τον κορόιδευε όταν της το έλεγε αυτό – τα σκυλιά εντάξει, αλλά και τα ψάρια; - όμως εκείνος ήξερε πως ήταν αλήθεια....


Διαβάστε τη συνέχεια εδώ!

16 Φεβ 2009

Ο Βαγγέλης, το Λευκό Μπαστούνι και το "Μάτια μου"


Το όνομα Ευάγγελος Αυγουλάς ίσως σας είναι γνωστό από το μέιλ που ευρέως κυκλοφόρησε από διεύθυνση σε διεύθυνση μέσα στο ίντερνετ. Έχει τίτλο "το λευκό μπαστούνι" κι έχει δημοσιευτεί και σε αρκετά μπλογκς. Μιλάει για τον τρόπο που θέλουν οι άνθρωποι με προβλήματα όρασης να τους φερόμαστε και να τους αντιμετωπίζουμε. Καιρός λοιπόν να σας συστήσω τον Βαγγέλη, όπως τον γνώρισα εγώ και να τον ευχαριστήσω δημόσια που μου έκανε την τιμή να μου επιτρέψει να συμπεριλάβω στο "Μάτια μου" το κείμενό του. Όσοι διάβασετε το βιβλίο μου, θα το βρείτε στις τελευταίες του σελίδες. Ο καλύτερος επίλογος που θα μπορούσε να έχει το "Μάτια μου"...

Ο Βαγγέλης είναι 3οετής φοιτητής της Νομικής Σχολής Αθηνών, μέλος της Διεθνούς οργάνωσης για νέους με προβλήματα όρασης VIEWS (Visually Impaired Education and Work Support) και μέλος της Επιτροπής Νεολαίας του Πανελληνίου Συνδέσμου Τυφλών. Είναι ένα πολύ δραστήριο παιδί, με πολλά ενδιαφέροντα κι έχει εκμεταλευτεί την τεχνολογία έτσι ώστε να επικοινωνεί με πάρα πολύ κόσμο και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Θατον βρείτε και στο facebook με το όνομα Vaggelis Avgoulas.

Μαζί του επικοινώνησα αρχικά μέσω μέιλ κι έκτοτε αλληλογραφούμε τακτικά. Μη σας κάνει εντύπωση, υπάρχει ειδικό πρόγραμμα στον υπολογιστή για τους ανθρώπους με προβλήματα όρασης, που τους επιτρέπει να "διαβάζουν" τα πάντα.

Με αυτόν τον τρόπο έστειλα στον Βαγγέλη σε ηλεκτρονική μορφή και τα δύο μου βιβλία. Έτσι με γνώρισε κι εκείνος και με χαρά του δέχτηκε να έρθει στην παρουσίαση του "Μάτια μου" στις 20 Μαρτίου στη Γλυφάδα και να μιλήσει για το βιβλίο. Θεωρώ πολύ σημαντική την κριτική του Βαγγέλη για το "Μάτια μου", η οποία είναι και η πρώτη κριτική που πήρα, αφού εκείνος είχε την ευκαιρία να διαβάσει το βιβλίο πριν απ'όλους! Την μοιράζομαι λοιπόν μαζί σας:

Καλησπέρα Μαρία. Παρ'όλο που δεν το περίμενα και εγώ λόγω εξεταστικής, εν τούτοις είπα να ρίξω μια ματιά στις πρώτες σελίδες του "Μάτια μου" προχθές και να το διαβάσω όλο με την ησυχία μου στις αρχές Μαρτίου που θα έχω χρόνο. Έπαθα όμως ότι και με "Το παιδί της αγάπης"! Τα βιβλία σου όταν ξεκινούν δεν είναι για να τους βάζεις σελιδοδείκτη. Είναι βιβλία της μιας νύχτας, της μιας ανάσας, με πλοκή που εκτυλύσσεται συνεχώς χωρίς τις διακοπές των λογοτεχνικών παρεμβάσεων, σαν ταινία, ή σαν σκηνές παρμένες από την πραγματικότητα. Έτσι, μέσα σε οχτώ ώρες και λίγα παραπάνω λεπτά, διάβασα όλο το βιβλίο! Πολύ ωραίο! Και μου άρεσε και το φινάλε, το βρίσκω ιδανικό. Το βιβλίο μας το ξεκαθαρίζεις απ'τον πρόλογο πως είναι ένα μυθιστόρημα και όχι αληθινή ιστορία. Θέλω να σου πω πως γι'αυτόν τον λόγο το χάρηκα περισσότερο. Γιατί ξεκινά ως μυθιστόρημα, εντόπισα όμως και κατέγραψα περίπου 15 σημεία γύρω από θέματα που αφορούν τον χώρο των τυφλών, που είναι διαχρονικά, πραγματικά, υπαρκτά ακόμη και σήμερα, πολλά απ'αυτά ως εξελιγμένα απ'την εποχή προβλήματα ή καταστάσεις, αλλά αναλλοίωτα στο χρόνο σημάδια στη ζωή του μέσου τυφλού Έλληνα. Έτσι, εγώ που τα ζω τα πράγματα "από μέσα" όπως λέει η λαϊκή έκφραση, διάβασα ένα βιβλίο που με άφησε στο τέλος του με την πεποίθηση ότι το "Μάτια μου" θα μπορούσε να είναι και αληθινή ιστορία. Γιατί όχι; Δηλαδή ενώ ο πρόλογος έδινε ήδη την απάντηση, στον επίλογο ο αναγνώστης μένει με το ερωτηματικό και την αμφιβολία και αυτό στο καταλογίζω στα συν, αφού το βιβλίο εφάπτεται με την πραγματικότητα, δεν έχει εξωπραγματικά στοιχεία τέτοια που να του προσδίδουν μια εξωγίηνη υφή και παρ'όλο που με σαφήνεια η υπόθεση του είναι τοποθετημένη χρονικά, το βιβλίο εξακολουθεί να εφάπτεται επιτυχημένα και με την πραγματικότητα όπως τη βιώνουμε σήμερα.
Τώρα τα υπόλοιπα που συνδέουν το βιβλίο με το δικό μου κομμάτι, τον χώρο των ανθρώπων με προβλήματα όρασης δηλαδή, τα κρατώ για την παρουσίαση ή για κάποια συνάντηση μας από κοντά εάν θέλεις πριν τις 20 Μαρτίου.
Πάντως σε διαβεβαιώ πως και προσωπικά αλλά και συλλογικά απ'την θέση αντιπροσώπευσης που κατέχω στον χώρο των τυφλών, θα στηρίξω και στην πράξη το "Μάτια μου" για πολλούς λόγους. Μου είπες πως τη Δευτέρα κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία, σωστά;
Θα ήθελα αν δε σου κάνει κόπο, εάν τυχόν έχει το βιβλίο στο εξώφυλο του κάποια εικόνα, να μου την περιγράψεις, θα με ενδιέφερε να το μάθω. Σ'ευχαριστώ.

Βαγγέλη, σ'ευχαριστώ για τη μεγάλη τιμή που μου έκανες, δε μπορώ να βρω λόγια να σου εκφράσω το πόσο πολύ με συγκινείς και πόσο τυχερή νιώθω που σε γνώρισα...

13 Φεβ 2009

Μαριέλα Κωνσταντινίδου - η ζωγράφος της μπλογκόσφαιρας!




ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΠΡΕΣΒΕΙΑ / ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

ΜΑΡΙΕΛΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ "Ανθρωπογραφίες"

Εγκαίνια Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009 ώρα 8:00 μ.μ.

Διάρκεια έκθεσης: 16 - 28 Φεβρουαρίου 2009

Ώρες: Δευτέρα - Παρασκευή 10:00 π.μ. - 2:00 μ.μ. και 5:00 μ.μ. - 8:00 μ.μ.

Σάββατο 11:00 π.μ. - 2:00 μ.μ.

Επιμέλεια εκδήλωσης Μαρία Ραγιά

Διεύθυνση: Ηρακλείτου 10 (και Σκουφά) Κολωνάκι. Τηλ 210 3641217



Η αγαπημένη μας ζωγράφος μπλόγκερ Μαριέλα, έχει την τιμητική της! Εξαιρετική χαρά για μένα, τη μέρα που κυκλοφορεί το βιβλίο μου, να κάνει η φίλη μου τα εγκαίνεια της έκθεσής της! Και βέβαια θα είμαι εκεί και μάντεψε Μαριελάκι τι δώρο θα σου φέρω!

Με την ευκαιρία λοιπόν των εγκαινίων, θα ήθελα από δω να πω λίγα λόγια για τη Μαριέλα. Τη γνώρισα μέσω της μπλογκόσφαιρας και τη θεωρώ πλέον ως άλλο ένα από τα δώρα που μου έχει κάνει η τεχνολογία. Το ταλέντο της είναι αναμφισβήτητο και δε χρειάζεστε εμένα για να σας το πω αυτό. Επισκεφτείτε το ιστολόγιό της http://marielartwork.blogspot.com/ και την ιστοσελίδα της http://www.marielartwork.com/ και θα το διαπιστώσετε και μόνοι σας.

Η Μαριέλα έχει κάνει πολλά κι έχει διακριθεί για πολλά πάνω στην τέχνη, τα οποία κι εγώ καλά καλά δε γνωρίζω, γιατί είναι ένας πολύ μετριόφρων άνθρωπος και δεν της αρέσει να περιαυτολογεί. Όμως το έργο της μιλάει από μόνο του. Πρόσφατα έμαθα ότι έχει κάνει και εικονογραφήσεις σε παιδικά βιβλία!

Είχα τη χαρά όμως να γνωρίσω την Μαριέλα κι από κοντά, εκείνο το βράδυ, στο παρεάκι της Κυριακής, στον Παπακωνσταντίνου. Εκτός λοιπόν από εξαιρετική καλλιτέχνης, διαπίστωσα ότι είναι κι ένας υπέροχος άνθρωπος. Γλυκιά, φιλική, χαμογελαστή και γλετζού - σαν εμένα! Ταιριάξαμε αμέσως κι ελπίζω αυτή η φιλία που γεννήθηκε μεταξύ μας να μας συντροφεύει στην υπόλοιπή μας ζωή...

Μαριέλα μου, σου εύχομαι κάθε επιτυχία, αξίζεις τα καλύτερα και θα τα έχεις! Ραντεβού τη Δευτέρα στις 8μ.μ.!




Ο αγαπημένος μου πίνακας της Μαριέλας...

9 Φεβ 2009

Μα πώς είσαι έτσι ρε μαμά;...

11 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ "ΜΕΡΑ ΧΩΡΙΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ"!
ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΜΗΝ ΑΝΟΙΞΕΙ ΤΗΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΣΗΜΕΡΑ!





Μα πώς είσαι έτσι ρε μαμά;...

Η ώρα 8 παρά τέταρτο το πρωί ανοίγει η πόρτα του δωματίου μου, με τόσο θόρυβο, που ούτε κι όταν την κλείνω νευριασμένη δεν κάνει! Ποιό πρωί θα με ρωτήσετε; Μα κάθε πρωί! Είναι το εγερτήριό μου, η κορούλα μου, το σπλάχνο μου, που έρχεται να με ξυπνήσει για να την πάω στο σχολείο. Αυτό το παιδί, από βρέφος ακόμα, λες και το έχει σκοπό της ζωής της να μου κόβει τον γλυκό τον ύπνο...

- Μαμά, ξύπνα! Μου φωνάζει από την πόρτα. Δεν μπαίνει καν στον κόπο να έρθει να με χαϊδολογήσει, όπως έκανα εγώ τόσα χρόνια, κάθε πρωί που οι ρόλοι ήταν αντίστροφοι και την ξυπνούσα εγώ για το σχολείο. Κάνε παιδί να δεις καλό, που λέει κι ο λαός.

Τώρα θα μου πείτε, ολόκληρη κοπέλα 17 χρονών, εσύ την πας σχολείο; Ναι, την πάω, γιατί το σχολείο της είναι μακριά κι αν πρέπει να πάει με το λεωφορείο θα πρέπει να ξυπνάει μισή ώρα νωρίτερα. Και δε θέλει. Κι αφού εγώ, λέει, δε δουλεύω κι όλη μέρα κάθομαι, λέει, ας την πηγαίνω τουλάχιστον στο σχολείο. Όλα τ'άλλα που κάνω (βλ. σπίτι, μαγείρεμα, ψώνια, πλύσιμο ρούχων, σιδέρωμα κλπ. ανθυγιεινά) δεν πιάνονται!

Συμφώνησα λοιπόν να την πηγαίνω κάθε πρωί και να την παίρνω κάθε μεσημέρι. Αλλά αυτό το πρωί δύσκολο βρε παιδάκι μου. Διότι εγώ ξενυχτώ καμιά φορά. Με πιάνει ο οίστρος μέσα στη νύχτα και γράφω. Εκεί με πιάνει, τι να κάνω; Να σκεφτώ ότι πρέπει να κοιμηθώ γιατί την επόμενη έχω σχολείο; Γράφω μέχρι που κλείνουν τα μάτια μου. Τα οποία κλείνουν βέβαια κάποια στιγμή - το θέμα δεν είναι εκεί. Το θέμα είναι ότι δεν ανοίγουν το πρωί!

Παρ'όλα αυτά, μετά το τρίτο "άντε σήκω ρε μαμά!", σηκώνομαι. Το μητρικό μου ένστικτο είναι ισχυρό και ξεπερνάει τη νύστα μου. Κι όπως είμαι από τον ύπνο, βάζω τα παπούτσια μου, ρίχνω το παλτό μου, παίρνω τα κλειδιά μου και πάω στην πόρτα. Εκεί με περιμένει το λουλούδι μου.

Ντυμένο κομψά, χτενισμένο, με ελαφρύ μακιγιάζ και μαλλί στην τρίχα. Ώρες ώρες πιστεύω πως δεν κοιμήθηκε καθόλου όλο το βράδυ, εκεί στην πόρτα πρέπει να στεκόταν από την προηγούμενη. Δεν είναι δυνατόν άνθρωπος που μόλις έχει ξυπνήσει να έχει αυτή την όψη και τόση φρεσκάδα. Αποκλείεται.

Μπαίνουμε στο ασανσέρ και καταλαβαίνω πως με κοιτάει έντονα. Την κοιτάω κι εγώ καθώς κατεβαίνουμε κι αντιλαμβάνομαι μια πλήρη αποδοκιμασία στο βλέμμα της. Και τότε μου το λέει: "Ρε μαμά, πώς είσαι έτσι;"

"Πώς είμαι παιδί μου;", της απαντώ και κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Και βλέπω κάποια να με κοιτάει, που σας ορκίζομαι, δε μπορεί να είμαι εγώ.

Φανταστείτε θέαμα. Νυχτικό ή πυζάμα (αναλόγως τη θερμοκρασία και τα κέφια μου) από κάτω. Από πάνω παλτό, μακρύ, αλλά όχι τόσο ώστε να κρύβει το παντελόνι της πυζάμας. Κάτω κάτω πόδια γυμνά με παπούτσια μπαλαρίνες, βολικά στην οδήγηση μεν, απαίσια στο μάτι δε. Και πάμε στο αποκορύφωμα. Το κεφάλι. Τα μαλλιά τόσο ανακατεμένα, λες και πέρασε τυφώνας από πάνω τους. Τα μάτια μισόκλειστα και μουτζουρωμένα από το χθεσινό μακιγιάζ που ως συνήθως δεν καθάρισα καλά πριν κοιμηθώ. Το σύνολο δεν το χαρακτηρίζω, το αφήνω στη φαντασία σας.

Μέχρι να μπούμε στο αυτοκίνητο, σουλουπώνω τα μαλλιά μου με τα χέρια μου και βάζω τα μεγάλα γυαλιά ηλίου - ξέρετε από εκείνα που φοράνε οι σταρ για να μην τους αναγνωρίζουν οι παπαράτσι. Λέω πάντα την ίδια ατάκα, την ώρα που βγαίνω από το γκαράζ: "Ε, καλά, δε θα με δει κανείς" Η κόρη μου κουνάει το κεφάλι της με αυτή τη χαρακτηριστική κίνηση που σημαίνει: δεν πας καλά και βάζει το ράδιο στη διαπασών. Και τραγουδάει. Δυνατά. Θεεέ μου, πού τη βρίσκει τόση ενέργεια;...

Αυτά συμβαίνουν κάθε πρωί. Εκτός κι αν έχω κάποια πρωινή δουλειά, οπότε σηκώνομαι κι εγώ νωρίτερα, προλαβαίνω να πιω καφέ και να ετοιμαστώ και να πάω το παιδί μου στο σχολείο με μια αμφίεση αξιοπρεπή. Σήμερα όμως συνέβη κάτι διαφορετικό. Κάτι που θ'αλλάξει τις ζωές μας για πάντα....

Φτάνοντας στο σχολείο, με την γνωστή περιβολή του τριωδίου, κάποιος άλλος γονιός που επίσης έφερνε το παιδί του στο σχολείο - και προφανώς επίσης νύσταζε - με χτύπησε με το αυτοκίνητό του. Μη φανταστείτε κανένα τρακάρισμα σοβαρό. Ίσα που με ακούμπησε με τον προφυλακτήρα. Ο άνθρωπος όμως αιστάνθηκε την υποχρέωση να βγει από το αυτοκίνητό του και περίμενε πως θα κάνω κι εγώ το ίδιο. Αμ δε!

Η κόρη μου μού έριξε ένα προειδοποιητικό βλέμμα αρχικά και στη συνέχεια, όσο τον έβλεπε να πλησιάζει στο παράθυρό μου, είπε "μην τολμήσεις να βγεις έτσι έξω! θα σε δουν οι συμμαθητές μου, οι καθηγητές μου σ'αυτά τα χάλια! θα πρέπει ν'αλλάξω σχολείο μετά!" Και λέγοντας αυτά, βγήκε από το αυτοκίνητο κι εξαφανίστηκε μέσα στο σχολικό κτίριο.

Ψυχραιμία, είπα. Γύρισα το κεφάλι μου και κοίταξα τον ευγενέστατο κύριο που στεκόταν απέξω με απολογητική διάθεση. Κατέβασα το παράθυρο και του χαμογέλασα. Σα να μην είχε συμβεί τίποτα.

"Καλημέρα σας"

"Καλημέρα κυρία μου, χίλια συγνώμη, σας χτύπησα, ήμουν αφηρημένος, δε νομίζω να έγινε ζημιά πάντως, δε βλέπω κάτι, ελάτε όμως να δείτε κι εσείς"

"Δεν πειράζει καλέ, σας πιστεύω!"

"Μα πώς; Δε θέλετε να δείτε; Εγώ είμαι πρόθυμος να σας δώσω τα στοιχεία μου, αν έχει γίνει κάποια ζημιά...."

"Όχι, όχι, δεν πειράζει! Βιάζομαι ξέρετε, πρέπει να πάω στη δουλειά μου!"

Αυτό ήταν. Ο άνθρωπος άλλαξε ύφος με μιας, με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, όπως καθόμουν στο κάθισμά μου και μου είπε, με εκείνο (τ'ορκίζομαι, εκείνο), το ίδιο ύφος που είχε λίγο νωρίτερα η κόρη μου μέσα στο ασανσέρ:

"Στη δουλειά σας;... Έτσι;...."

Περιττό να σας πω ότι έβαλα μπρος κι έφυγα, αφήνοντάς τον άναυδο στη μέση του δρόμου. Ελπίζω να μην πήρε τον αριθμό μου και να με καταγγείλει για αγένεια, γιατί θα είναι και κρίμα. Είμαι πολύ ευγενική σαν άνθρωπος, αλλά μόνο όταν είμαι ντυμένη κανονικά! Αν τον ξανασυναντήσω στο σχολείο, θα του το εξηγήσω...

3 Φεβ 2009

Ο Λουκάς κι η Λένα...


Ο πίνακας σε λάδι, δημιουργία της φίλης μπλόγκερ Αθηνάς ειδικά για το "Μάτια μου"


Εκείνο το απόγευμα, κάθονταν στο μόλο, πάνω στα δί-
χτυα των ψαράδων. Της είχε προτείνει ο Λουκάς να καθί-
σουν να απολαύσουν το ηλιοβασίλεμα. Η Λένα μύριζε τον
αέρα, ανάσαινε την αλμύρα της θάλασσας και ρουφούσε τα
λόγια του με ακόρεστη δίψα.
«Ο ουρανός έχει πάρει ένα χρώμα πορτοκαλί προς το
ρόδινο. Ο ήλιος γέρνει αργά προς το νησί απέναντι και εί-
ναι τεράστιος, σαν πύρινος δίσκος. Η θάλασσα είναι λάδι
τώρα, έχει άπνοια. Από την άλλη μεριά, ο ουρανός είναι
σκούρος, σχεδόν γκρι, αλλά εδώ μπροστά όσο πάει γίνεται
και πιο πορφυρός. Δεν έχει σύννεφα σήμερα. Κρίμα. Ο ου-
ρανός είναι σαν τη ζωή μας: Πρέπει να υπάρχουν τόσα σύν-
νεφα, όσα χρειάζονται για ένα υπέροχο ηλιοβασίλεμα».
«Πόσο ωραία τα περιγράφεις, Λουκά! Θα έπρεπε να
γράφεις βιβλία!»
«Είδες πόσο καλό μου έχεις κάνει; Διαβάζω σε σένα και
μαθαίνω κι εγώ! Από κει τα ξεσηκώνω, μη νομίζεις!»
«Εσύ τα λες πιο ωραία κι από τα βιβλία που μου διαβά-
ζεις, αλήθεια!»
«Να, βούτηξε ο ήλιος πίσω από το νησί! Τώρα αλλάζει
το χρώμα, πάει προς το μοβ. Μακάρι να μπορούσες να το
δεις, Λενιώ…»
«Το βλέπω, Λουκά. Το βλέπω μέσα από σένα. Εσύ είσαι
τα μάτια μου».
«Με συγκινεί αυτό που λες. Και ταυτόχρονα με γεμίζει
ευθύνες! Αν φανταστείς κάτι λάθος, θα φταίω εγώ!»
«Δεν υπάρχει λάθος σ’ αυτό που φανταζόμαστε. Αφού
το έχουμε στο μυαλό μας και στη φαντασία μας, είναι δικό
μας, δεν το μοιραζόμαστε με κανέναν και δεν το συγκρί-
νουμε με τίποτε άλλο. Εγώ έχω αυτό το προνόμιο που
εσείς που βλέπετε δεν το έχετε».
«Ναι, σωστό είναι αυτό που λες. Για πες μου τώρα, εμέ-
να πώς με φαντάζεσαι;»
«Εσένα; Μμμ. Δεν είναι εύκολο να στο εξηγήσω. Ίσως
νομίζεις ότι έχω στο μυαλό μου μια μορφή, σαν αυτή που
βλέπεις εσύ όταν κοιτάς έναν άνθρωπο. Δεν είναι έτσι,
όμως. Για μένα, είσαι κυρίως μυρωδιά και ήχος. Είσαι αυτό
που νιώθω στα χέρια μου όταν σε αγγίζω. Δεν ξέρω πώς εί-
ναι πραγματικά μια ανθρώπινη μορφή και προφανώς αυτό
που έχω εγώ στο μυαλό μου δεν μπορείς εσύ να το φαντα-
στείς με τίποτε, όσο κι αν προσπαθήσεις».
«Είναι συναρπαστικό, τελικά, να κάνει κάποιος παρέα
μαζί σου. Όταν μιλάμε, αισθάνομαι πως ανακαλύπτω έναν
άλλο κόσμο! Χαίρομαι πολύ που είσαι φίλη μου, Λενιώ!»
«Και για μένα το ίδιο είναι. Ανακαλύπτω τον κόσμο μέ-
σα στον οποίο ζω και, ενώ μέχρι τώρα ένιωθα τεράστια μο-
ναξιά, μαζί σου νιώθω πως τα μοιράζομαι όλα. Αν εσύ χαί-
ρεσαι που είμαι φίλη σου, τι να πω κι εγώ, δηλαδή! Νιώθω
πάρα πολύ τυχερή».
«Έλα, υπερβολές!» Ο Λουκάς σκέφτηκε πως ήταν κι αυ-
τός τυχερός που η Λένα δεν μπορούσε να τον δει εκείνη τη
στιγμή: είχε κοκκινήσει.
«Ξέρεις, χτες σε είδα στον ύπνο μου», είπε εκείνη, ύστε-
ρα από μια αμήχανη παύση.
«Αλήθεια; Πώς με είδες;»
«Το σε είδα, δεν είναι η σωστή λέξη. Αφού δε βλέπω
στον ξύπνιο μου, πώς να βλέπω στον ύπνο μου;»
Ο Λουκάς προβληματίστηκε.
«Αυτό δεν το είχα σκεφτεί ποτέ, βρε Λενιώ! Όταν ονει-
ρεύεσαι, τι βλέπεις με το μυαλό σου;»
«Αυτό που βλέaω κι όταν είμαι ξύπνια, Λουκά. Ήχους,
μυρωδιές και κυρίως ό,τι αισθάνομαι με τα χέρια μου. Μην
ξεχνάς ότι για μένα αυτά εδώ τα δάχτυλα είναι τα μάτια
μου. Έτσι, τα όνειρά μου είναι κι αυτά στο σκοτάδι, αλλά
γεμάτα από αισθήσεις. Αισθήσεις κι αισθήματα. Για μένα,
κάτι που ονομάζω όμορφο σημαίνει ότι το νιώθω όμορφο.
Εσείς, ίσως, το κρίνετε από το πώς το βλέπετε, εγώ το κρί-
νω από το πώς το νιώθω». Άπλωσε το χέρι της κι άγγιξε το
πρόσωπό του. «Κι εσύ, Λουκά μου, είσαι όμορφος».
Εκείνος τότε, παρασυρμένος από τη δική της τόλμη,
έσκυψε κι ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της. Ήταν ένα
απαλό φιλί που δεν κράτησε πάνω από λίγα δευτερόλεπτα.
Για τη Λένα, όμως, ήταν σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Η
καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά, που μπορούσε να την
ακούσει. Σίγουρα θα την άκουγε κι εκείνος. «Αχ, μάτια
μου…» ψέλλισε και τον τράβηξε και πάλι προς το μέρος
της, διεκδικώντας ένα βαθύτερο φιλί αυτή τη φορά.
Ο Λουκάς ανταποκρίθηκε με θέρμη στο κάλεσμά της.
Εξερευνούσε το στόμα της με τη γλώσσα του και κάθε τό-
σο έβγαζε πνιχτές ανάσες, ζητώντας όλο και περισσότερο.
Ξαφνικά, σταμάτησε και την έσπρωξε τρυφερά.
«Μας βλέπουν!» της είπε λαχανιασμένος.
«Δε με νοιάζει!» απάντησε εκείνη, παραδομένη ακόμα
στην απρόσμενη ηδονή.
Ο Λουκάς τότε σηκώθηκε και σήκωσε κι εκείνη με μια
κίνηση.
«Έλα, δεν είναι σωστό. Πρέπει να σε πάω σπίτι, θα ανη-
συχεί η κυρα-Σοφία».
Περπάτησαν στο δρόμο σιωπηλοί. Για πρώτη φορά με-
τά από τόσο καιρό φαινόταν λες και δεν είχαν τίποτε να
πουν. Ο Λουκάς φοβόταν πως κάποιος μπορεί να τους είχε
δει και θα βούιζε το χωριό από τα κουτσομπολιά. Η Λένα
φοβόταν πως εκείνος είχε μετανιώσει που τη φίλησε, πως
ήθελε να ήταν μοναχά δυο καλοί φίλοι και τίποτε παραπά-
νω. Έφτασαν στην πόρτα της αυλής της. Η μητέρα της κα-
θόταν με δυο γειτόνισσες, οι οποίες κοίταξαν με περιέργεια
το ζευγάρι.
«Θα τα πούμε αύριο», της είπε και, αφού καλησπέρισε
τις κυρίες, γύρισε την πλάτη του κι έφυγε.
«Αύριο!» φώναξε η Λένα κι άνοιξε την αυλόπορτα του
σπιτιού της.

Απόσπασμα από το δεύτερο βιβλίο μου "Μάτια μου" που θα κυκλοφορήσει στις 16 Φεβρουαρίου! Για όλους εσάς με την αγάπη μου!

Χίλια ευχαριστώ στην Αθηνούλα μου, με το εκπληκτικό ταλέντο, που έφτιαξε τον πίνακα που βλέπετε, έχοντας διαβάσει μόνο αυτή τη σκηνή απ'το βιβλίο...