18 Φεβ 2008

Ο ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΙ Ο ΤΙΤΟ

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μια πολύ φτωχή οικογένεια με τέσσερα μικρά παιδιά. Ο μπαμπάς τους δούλευε οικοδόμος κι η μαμά τους καθάριζε σπίτια για ένα μεροκάματο. Τα παιδάκια, δυο αγόρια και δυο κορίτσια, πήγαιναν σχολείο και βοηθούσαν όσο μπορούσαν με τις δουλειές του σπιτιού. Ήταν όλα τους καλά παιδιά, φρόνιμα και υπάκουα, με σεβασμό και αγάπη προς τους γονείς τους. Ποτέ δε ζητούσαν τίποτα παραπάνω απ’όσα μπορούσαν να έχουν, για να μην τους στεναχωρούν που δεν είχαν χρήματα να τους το προσφέρουν. Τους πρόσφεραν όμως πολύ αγάπη και τα παιδιά τους το εκτιμούσαν αυτό κι ένιωθαν ευτυχισμένα μέσα στη φτώχια τους.Το μικρότερο από τα παιδιά αυτά, ο Λευτέρης, αγαπούσε πάρα πολύ τα ζώα. Όλοι τ’αγαπούσαν σ’αυτή την οικογένεια, αλλά ο Λευτέρης τους είχε παθολογική αδυναμία. Αν έβρισκε πεινασμένο σκυλάκι ή γατούλα στο δρόμο, το τάιζε με το κολατσιό του κι εκείνος έμενε νηστικός. Επειδή στο σπίτι δε γινόταν να έχει ένα δικό του ζωάκι, είχε γεμίσει το παιδικό δωμάτιο με ζωγραφιές και εικόνες από διάφορα ζώα – σκύλους, γάτες, πουλιά, άλογα, ό,τι μπορείς να φανταστείς! Ήταν οκτώ χρονών κι επειδή ήταν άριστος μαθητής έλεγε πως θα γίνει κτηνίατρος, για να βοηθάει και ν’ανακουφίζει τους μικρούς του φίλους.Τα Σάββατα η μητέρα του Λευτέρη, η κυρία Κατερίνα, δούλευε στο σπίτι των Πουλόπουλων, μια βίλα στα βόρεια προάστεια. Ήταν μια πλούσια οικογένεια γιατρών, οι οποίοι είχαν δυο σκυλιά στον κήπο τους και ένα μεγάλο ενυδρείο μέσα στο σπίτι τους. Το γεγονός αυτό έκανε τον Λευτέρη να πηγαίνει κάθε Σάββατο μαζί με τη μητέρα του, τάχα για να την βοηθάει, αλλά στην πραγματικότητα για να βρίσκεται κοντά στα ζώα. Ακόμα κι αυτά τα σκυλιά που ήταν φύλακες κι ήταν άγρια με όλους, όταν έβλεπαν τον Λευτέρη έκαναν τόσες χαρές και παιχνίδια που δεν το πίστευε άνθρωπος! Αφού έπαιζε κάμποση ώρα μαζί τους στον κήπο, στη συνέχεια ο Λευτέρης στηνόταν μπροστά στο ενυδρείο και χάζευε τα ψάρια με τις ώρες! Είχε βγάλει ονόματα σε όλα και πίστευε πως κι εκείνα μετά από τόσο καιρό τον γνώριζαν κι ανταποκρίνονταν στην παρουσία του. Η μητέρα του φυσικά τον κορόιδευε όταν της το έλεγε αυτό – τα σκυλιά εντάξει, αλλά και τα ψάρια; - όμως εκείνος ήξερε πως ήταν αλήθεια.
Εκείνο το Σάββατο που η κυρία Κατερίνα πήγε στους Πουλόπουλους παρέα με το γιο της, μια δυσάρεστη έκπληξη περίμενε τον Λευτεράκη. Το πιο μικρό ψαράκι στο ενυδρείο είχε αρρωστήσει. Η ουρίτσα του ήταν ξεφτισμένη και το κακόμοιρο καθόταν άκεφα στο βυθό ακίνητο. Τα υπόλοιπα χρυσόψαρα μαζεύτηκαν στο μπροστινό τζάμι να χαιρετήσουν τον φίλο τους, ο Τίτο όμως παρέμενε ακίνητος. Η καρδιά του Λευτέρη σταμάτησε απ’το φόβο και την ανησυχία του. Έτρεξε γρήγορα στο γκαράζ να προλάβει την κυρία του σπιτιού που έφευγε εκείνη την ώρα.«Κυρία Ελένη, σταθείτε, περιμένετε!»
Εκείνη φρέναρε το αμάξι της τρομαγμένη και κατέβασε το παράθυρό της.«Τι είναι αγόρι μου, τι συμβαίνει; Έχει η μητέρα σου κάποιο πρόβλημα;», ρώτησε ανήσυχη.
«Όχι, συγνώμη που σας καθυστερώ, αλλά είδα ότι το μικρό χρυσόψαρο κάτι έχει, φαίνεται άρρωστο, το έχετε δει;»
«Αχ βρε Λευτέρη μου, αυτό ήταν και με τρόμαξες; Ναι έχει αρρωστήσει, δεν πάει καλά. Ευτυχώς που μου το θύμησες δηλαδή, πρέπει να το βγάλουμε μην κολλήσουν και τα υπόλοιπα. Πες στη μαμά σου να το βγάλει με την απόχη που έχω από κάτω στο ντουλάπι και να το πετάξει. Εσύ τάισέ τα κανονικά όπως κάνεις πάντα και ρίξε και λίγες σταγόνες απ’το φάρμακο μέσα στο ενυδρείο, εκείνο το μπλε μπουκάλι που σου είχα δείξει, να προλάβουμε τα υπόλοιπα, εντάξει αγόρι μου;»
«Όταν λέτε να το πετάξει, τι εννοείται; Να το πετάξει στα σκουπίδια; Αφού είναι ακόμα ζωντανό! Εσείς γιατρός είστε δεν μπορείτε να το κάνετε καλά;»
«Χα,χα,χα, τι πλάκα που έχεις! Δεν είμαι γιατρός για ψάρια Λευτεράκη! Και ούτε νομίζω πως υπάρχει τέτοιος γιατρός, όπως για τα σκυλιά για παράδειγμα. Όταν αρρωσταίνει ένα ψάρι παίδι μου το πετάμε και παίρνουμε άλλο. Χρυσόψαρα είναι, δεν κοστίζουν τίποτα! Έλα, σ’αφήνω τώρα, πρέπει να πάω στο ιατρείο. Πήγαινε μέσα κι όπως είπαμε, έτσι;» Η κυρία Ελένη πάτησε το γκάζι του πανάκριβου αυτοκινήτου της κι εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω της ένα σύννεφο σκόνης κι έναν Λευτέρη με κομματιασμένη την καρδούλα του.
Μα να πετάξουν τον Τίτο; Ζωντανό; Το πιο αγαπημένο του χρυσόψαρο; Ήταν τόσο όμορφος ο Τίτο! Μόλις έξη μηνών κι είχε μεγαλώσει σ’αυτό το ενυδρείο. Είχε πολλά χρώματα, πορτοκαλί, καφέ και μπλε, ναι μπλε! Ήταν πολύ σπάνιο χρυσόψαρο, έτσι του είχε πει η κυρία Ελένη. Η ουρά του ήταν μεγάλη κι εντυπωσιακή – τουλάχιστον πριν αρρωστήσει, γιατί τώρα έμοιαζε με πολυχρησιμοποιημένη σκούπα. Ήταν ο πιο αγαπημένος του ο Τίτος. Πολύ παιχνιδιάρης και κοινωνικός, όχι με όλους, αλλά με τον Λευτέρη σίγουρα. Και να τον πετάξουν; Όχι, σε καμία περίπτωση δε θα συνέβαινε αυτό! Δεν θα το επέτρεπε ο Λευτέρης, θα έκανε το παν για να τον σώσει! Εκείνη την ίδια στιγμή, τρέχοντας προς το σπίτι, ο Λευτέρης πήρε άλλη μια απόφαση: Όταν θα μεγάλωνε, θα γινόταν γιατρός για ψάρια! Αφού κτηνίατροι για τα υπόλοιπα ζώα υπήρχαν πολλοί, εκείνος θα γινόταν ψαρογιατρός! Έτσι κανένα άρρωστο ψαράκι δε θα κατέληγε στα σκουπίδια, μόνο και μόνο επειδή είναι φθηνό να το αγοράσεις...
«Μαμά, μαμά! Έχει η κυρία Ελένη εδώ κανένα μεγάλο βάζο που να μην το θέλει;»«Τρελάθηκες παιδάκι μου; Τι βάζο μου λες; Τι να το κάνεις;»«Να, μου είπε να βγάλω ένα άρρωστο ψαράκι από το ενυδρείο και να το βάλω κάπου μόνο του, για να μην κολλήσουν τα υπόλοιπα. Δεν έχει κανένα δοχείο, έστω πλαστικό βρε μαμά; Για ψάξε!»«Λευτέρη, είσαι σίγουρος πως σου είπε να το βάλεις κάπου; Μήπως σου είπε να το πετάξεις και μου λες ψέμματα; Συνήθως έτσι κάνει η κυρία Ελένη με τα άρρωστα ψάρια, πώς της ήρθε τώρα να σου πει να το βάλεις χωριστά; Πες μου την αλήθεια και θα σε βοηθήσω. Πάντα λέμε την αλήθεια, έτσι αγόρι μου;»«Ναι μαμά, συγνώμη. Μου είπε να το πετάξω, αλλά εγώ δε θέλω! Είναι ο Τίτο, το μικρούλη, το πιο αγαπημένο μου! Σε παρακαλώ, βρες μου κάπου να το βάλω και να το φροντίσω να γίνει καλά, σε παρακαλώ!». Τα μάτια του Λευτέρη γέμισαν δάκρυα καθώς κοιτούσε την μητέρα του ικετευτικά.
«Εντάξει αγάπη μου, μην κλαις. Ξέρω πόσο τ’αγαπάς, αλλά να είσαι προετοιμασμένος ότι μπορεί να πεθάνει τελικά ο Τίτο. Είναι ευαίσθητα τα ψαράκια».«Το ξέρω βρε μαμά, αλλά τουλάχιστον εμείς θα έχουμε προσπαθήσει να το σώσουμε και θα νιώθουμε καλύτερα μετά, έτσι δεν είναι;»«Έτσι είναι καλό μου παιδί! Να, πάρε αυτό το βάζο που έχει και καπάκι, είχε μέσα ελιές αλλά το έχω πλύνει καλά. Για πέταμα το είχαν εδώ. Βάλε μέσα το ψαράκι και στο σπίτι θα σου δώσω ένα μεγάλο τάπερ να το βάλεις, εντάξει; Όμως θα μου υποσχεθείς κάτι. Δε θα το πάρεις κρυφά, θα το πεις στην κυρία Ελένη. Κι ας σου είπε να το πετάξεις, εσύ θα πεις την αλήθεια. Δεν παύει να είναι κάτι δικό της και δεν θα το πάρεις χωρίς την άδειά της».
Ο Λευτέρης έλαμψε από χαρά! Έτρεξε γρήγορα και με μεγάλη προσοχή έβγαλε το ψαράκι από το ενυδρείο και το έβαλε στο γυάλινο βάζο, αφού πρώτα το είχε γεμίσει με νερό από το μεγάλο ενυδρείο. Στη συνέχεια έριξε από το φάρμακο που του είπε η κυρία Ελένη και στον Τίτο και στα υπόλοιπα ψαράκια. Έβαλε το βάζο κοντά στο καλοριφέρ κι απέμεινε εκεί να παρακολουθεί το ψαράκι του που έδειχνε εντελώς αδιάφορο για ό,τι του συνέβαινε.Το μεσημέρι που γύρισε η κυρία Ελένη, ο Λευτέρης γεμάτος θάρρος στάθηκε μπροστά της και ζήτησε την άδειά της για να πάρει τον Τίτο σπίτι του. Αρχικά εκείνη γέλασε με την επιθυμία του παιδιού, στη συνέχεια προσπάθησε να τον κάνει να καταλάβει πως το ψάρι θα πέθαινε κι έχανε τον χρόνο του, αλλά η απάντηση του Λευτέρη την έκανε να υποχωρήσει και να συνειδητοποιήσει πόσο σημαντικό ήταν αυτό το ψαράκι για το παιδί.«Εσείς κυρία Ελένη, όταν είστε σίγουρη πως ο ασθενής σας δε θα γίνει καλά γιατί είναι πολύ άρρωστος, απλά τον αφήνετε να πεθάνει; Δεν κάνετε τίποτα γι αυτόν για να ζήσει έστω λίγο περισσότερο, έστω μια μέρα, χάνοντας λίγο από τον δικό σας χρόνο;....»
Έτσι ο Τίτο πήγε μαζί με τον Λευτέρη στο φτωχικό του σπίτι και μπήκε μέσα σ’ένα μεγάλο πλαστικό τάπερ, προκειμένου να γίνει καλά – όπως ήλπιζε ο μικρός. Η κυρία Ελένη τον είχε προμηθεύσει με τροφή αλλά το φάρμακο δε μπορούσε να του το δώσει, το χρειαζόταν για τ’άλλα ψαράκια. Ο Λευτέρης είχε ήδη μάθει πολλά πράγματα για τη λειτουργία του ενυδρείου κι είχε καταλάβει καλά πως στο δοχείο που είχε τον Τίτο δε μπορούσε να δημιουργήσει τις ίδιες συνθήκες που επικρατούσαν στο ενυδρείο. Έκανε όμως το καλύτερο δυνατό να του εξασφαλίσει ένα όσο γινόταν καλύτερο περιβάλλον.Τον έβαλε κοντά στη σόμπα (το δικό τους σπίτι δεν είχε καλοριφέρ) και του άλλαζε μέρος από το νερό του δυο φορές την ημέρα. Το νερό που του έβαζε το είχε σε έναν κουβά από την προηγούμενη μέρα για να φεύγει το χλώριο. Είχε δει πως υπήρχε ειδικό μπουκαλάκι με σταγόνες γι αυτή τη δουλειά, αλλά ντρεπόταν να το ζητήσει από την κυρία Ελένη και βέβαια ούτε διανοούταν να ζητήσει από τους γονείς του χρήματα για ν’αγοράσει κάτι τέτοιο. Τον τάιζε με φειδώ, δυο-τρία φυλλαράκια κάθε μέρα και πρόσθετε στο νερό του λίγο τυροκομικό αλατάκι, απ’αυτό που υπήρχε έτσι κι αλλιώς στο σπίτι τους. Αυτές τις πληροφορίες για τα χρυσόψαρα τις είχε πάρει ο Λευτέρης από ένα πετ σοπ που υπήρχε στη γειτονιά του, όπου πήγαινε πολλές φορές και χάζευε τα ζωάκια. Είχαν γίνει φίλοι με τον ιδιοκτήτη κι αυτός του είχε μάθει πολά πράγματα για τα χρυσόψαρα.Εκτός όμως από αυτή τη φροντίδα που έδινε στον Τίτο, του έδινε και πάρα πολύ αγάπη. Όλο τον ελεύθερο χρόνο του τον περνούσε μαζί του. Όταν διάβαζε τα μαθήματά του τον είχε πάντα δίπλα του. Του μιλούσε και τον παρότρυνε να γίνει καλά. Τον διαβεβαίωνε πως αν γινόταν καλά θα τον γύριζε πίσω στο ενυδρείο με τους φίλους του.Τις πρώτες μέρες ο Τίτο ήταν στην ίδια κατάσταση αλλά τουλάχιστον δεν χειροτέρευε. Την τρίτη μέρα ήταν λίγο πιο κινητικός κι έφαγε για πρώτη φορά.
Μετά από μια βδομάδα, το Σάββατο, ο Λευτέρης τον έβαλε πάλι στο βάζο και τον πήρε μαζί του στη βίλα των Πουλόπουλων. Η κυρία Ελένη ξαφνιάστηκε πολύ που είδε ότι ακόμα ζούσε αυτό το ταλαιπωρημένο ψαράκι! Ο Λευτέρης της είπε ότι θα τον κρατούσε μέχρι να γινόταν τελείως καλά και το είπε με τέτοια πεποίθηση που κι η ίδια η κυρία Ελένη άρχισε να τον παίρνει στα σοβαρά.«Κοίτα Λευτεράκη μου. Αφού κατάφερες να τον κρατήσεις ζωντανό μια βδομάδα και τον βλέπω καλύτερα, πάρε από το ντουλάπι ό,τι χρειάζεσαι γι αυτόν. Φάρμακο, αντιχλώριο, τροφή, ξέρεις εσύ τώρα. Έχουμε πολλά μέσα, πάρε ό,τι θες και μου τα επιστρέφεις όταν....εεε..... γίνει καλά, εντάξει;»«Εντάξει, ευχαριστώ πολύ! Πήγατε να πείτε όταν πεθάνει,ε; Δε θα πεθάνει όμως, θα δείτε! Τώρα που μου δώσατε και το φάρμακο θα τον κάνω σίγουρα καλά!»
Πέρασε έτσι άλλη μια βδομάδα. Η ουρά του Τίτου είχε σταματήσει να ξεφτίζει.Ο Λευτέρης χαιρόταν πολύ, αλλά δεν ήξερε αν θα ξαναγινόταν μεγάλη και όμορφη όπως πριν. Όμως κι έτσι να έμενε εκείνος θα τον αγαπούσε το ίδιο, ήταν σίγουρος γι αυτό. Εξακολουθούσε να του αφιερώνει όλο τον χρόνο και τη στοργή του.«Τίτο μου, μη στεναχωριέσαι για την ουρίτσα σου. Να ευχαριστείς τον Θεούλη που είσαι ζωντανός. Εγώ θα σ’αγαπάω όπως κι αν είσαι και οι φίλοι σου στο ενυδρείο το ίδιο. Εμείς στο σχολείο έχουμε ένα παιδάκι που είναι πολύ άσχημο. Είχε καεί όταν ήταν πιο μικρός και το πρόσωπό του είναι χάλια. Όμως ξέρεις πόσο τον αγαπάμε; Όλα τα παιδιά τον παίζουνε και η δασκάλα δεν τον ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους. Άμα είσαι καλός δεν έχει σημασία να είσαι πολύ όμορφος, αλήθεια σου λέω.»Ο Τίτο, σα να κατάλαβε τα λόγια του φίλου του, έκανε μια σβούρα μέσα στο δοχείο του κι ανέβηκε στην επιφάνεια να τον κοιτάξει. Μετά αποκαμωμένος, κατέβηκε πάλι στον πάτο και στάθηκε ακίνητος.
Κάποιο βράδυ που τ’αδέλφια κοιμόντουσαν στο δωμάτιό τους, ακούστηκε ένας δυνατός παφλασμός νερού. Ο Λευτέρης ξύπνησε αμέσως κι άναψε το μικρό πορτατίφ για να ελέγξει το δοχείο του Τίτου που βρισκόταν δίπλα του στο κομοδίνο. Τι να δει: ο Τίτο έκανε βουτιές στην επιφάνεια! Στην αρχή καταχάρηκε κι άρχισε να φωνάζει μέσα στη νύχτα:«Ο Τίτο μου έγινε καλά, κάνει βουτιές!»«Συγχαρητήρια! Θα σβήσεις το φως να κοιμηθούμε τώρα καμιά ώρα;», τον αποπήρε ο μεγάλος του αδελφός.Όσο όμως ο Λευτέρης παρατηρούσε το ψαράκι του καλύτερα, ένιωσε πως οι βουτιές του δεν ήταν από χαρά. Ήταν σα να έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες να πηδήξει έξω από το δοχείο του. Σηκώθηκε τότε και πήγε στην κουζίνα να φέρει το καπάκι από το τάπερ και το ακούμπησε χαλαρά πάνω στο δοχείο, ίσα να του αφήνει να παίρνει λίγο αέρα. Ο Τίτο τότε σταμάτησε να πηδάει κι ο Λευτέρης έσβησε το φως και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί. Οι σκέψεις όμως κι η ανησυχία του δεν τον άφηναν. Ήξερε πως το ψαράκι του ήταν δυστυχισμένο. Τώρα που είχε δυναμώσει ήθελε να φύγει από κει, δεν του άρεσε. Ο Λευτέρης σκεφτόταν πως θα έπρεπε ίσως να τον επιστρέψει στο ενυδρείο. Όμως η ουρά του δεν είχε αποκατασταθεί κι η κυρία Ελένη δε θα δεχόταν να τον βάλει με τ’άλλα ψαράκια. Τι να έκανε; Ήταν πολύ προβληματισμένος κι έτσι τον βρήκε το πρωί, όπου έπρεπε να σηκωθεί για να πάει στο σχολείο.
Με το πρώτο φως της μέρας, σήκωσε το καπάκι να δει τον Τίτο. Φαινόταν και πάλι άκεφος. Με το που είδε τον Λευτέρη, ανέβηκε στην επιφάνεια κι έκοβε βόλτες κοιτώντας προς τα πάνω. Τότε ο Λευτέρης κατάλαβε τι του έφταιγε. Το δοχείο ήταν πλαστικό και αδιαφανές κι ο Τίτο δε μπορούσε να δει έξω! Μα πώς δεν το είχε σκεφτεί τόσο καιρό; Έπρεπε οπωσδήποτε να του βρει ένα γυάλινο δοχείο για να μπορεί να βλέπει έξω κι έτσι ο Τίτο να μη νιώθει πως ο χώρος του περιορίζεται τόσο πολύ. Πού να το έβρισκε όμως; Την ώρα που η μητέρα του σερβίριζε το πρωινό, την έπιασε και της μίλησε για τον προβληματισμό του.«Μαμά, ο Τίτο είναι δυστυχισμένος μέσα στο πλαστικό κουτί, δε μπορεί να δει τίποτα από το πλάι. Τη νύχτα τον είδα να προσπαθεί να πηδήξει έξω! Πρέπει να του βρω κάτι γυάλινο να τον βάλουμε και βέβαια όχι εκείνο το βάζο που τον μεταφέραμε, είναι στενό και ψηλό, δεν κάνει. Πρέπει να βρω μια γυάλα στρογγυλή μεγάλη, ή ακόμα καλύτερα τετράγωνη μεγάλη. Τι λες, υπάρχει εδώ στο σπίτι κάτι που να κάνει για τον Τίτο;»
«Πού να το βρω παιδάκι μου; Τι μου ζητάς τώρα; Δε χρειάζεται να στεναχωριέσαι τόσο για το ψαράκι, μια χαρά είναι κι εκεί που είναι. Δεν είδες ότι πάει καλύτερα; Αν δεν τον είχες πάρει εσύ να τον φροντίζεις έτσι, θα είχε πεθάνει σίγουρα. Άστον να γίνει εντελώς καλά και μετά θα τον πάμε πίσω στο ενυδρείο του και θα είναι μια χαρά. Άντε να ετοιμαστείς τώρα για το σχολείο παιδί μου, μην αργήσεις», του απάντησε η μητέρα του με τρυφερότητα. Ο Λευτέρης όμως δεν το έβαλε κάτω.«Βρε μαμά, αφού σου λέω στεναχωριέται! Άμα στεναχωριέται ένα ψάρι δε γίνεται ποτέ καλά! Τις περισσότερες αρρώστιες τις παθαίνουν τα ψαράκια από στρες, το ήξερες αυτό;» «Μήπως θα ήθελες να πάμε τον Τίτο και σε ψυχολόγο Λευτέρη;», του είπε εκείνη καυστικά.
«Καλά, εγώ σου μιλάω σοβαρά κι εσύ κάνεις πλάκα. Δε γίνεται να του πάρουμε ένα δοχείο πιο κατάλληλο; Ο κύριος Πέτρος στο μαγαζί στη γωνία έχει τέτοια δοχεία, μικρούλικα βέβαια, αλλά τουλάχιστον διάφανα και δεν είναι πολύ ακριβά. Αν μπορούσα να έχω ένα χιλιάρικο...»Η κυρία Κατερίνα άφησε τα πιάτα στο νεροχύτη, σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά της και γύρισε και κοίταξε τον γιο της έκπληκτη.«Λευτέρη τρελάθηκες; Χίλιες δραχμές; Για να πάρουμε γυάλα στο ψάρι; Εγώ δουλεύω τρεις ώρες σε σκάλες για να πάρω ένα χιλιάρικο, το ξέρεις παιδί μου; Με αυτά τα χρήματα παίρνω κρέας για την εβδομάδα μας. Ειλικρινά δεν το πιστεύω που μου ζητάς κάτι τέτοιο! Δεν το περίμενα από σένα Λευτέρη, πολύ με στεναχωρείς. Δεύτερο ζευγάρι παπούτσια δεν έχω για τη δουλειά, μ’αυτά τα σκισμένα πάω κι έρχομαι και δε μου περισσεύουν χρήματα να πάρω καινούργια. Αν είχα ένα χιλιάρικο λες να το έδινα για το ψάρι, πώς το βλέπεις; Είπαμε, τ’αγαπάμε τα ζωάκια, τα φροντίζουμε, αλλά όχι εις βάρος της οικογένειάς μας αγόρι μου. Χαίρομαι που τον αγαπάς τον Τίτο και θέλεις το καλύτερο γι αυτόν, αλλά μη φτάσεις στο άλλο άκρο. Άντε, σήκω τώρα, αρκετά. Έχεις και σχολείο» Μ’αυτά τα λόγια η κυρία Κατερίνα έκλεισε την κουβέντα και γύρισε πάλι στον νεροχύτη της. Ο Λευτέρης κατέβασε το κεφάλι του και σηκώθηκε απρόθυμα να φύγει για το σχολείο. Είχε καταλάβει πως δεν υπήρχε περίπτωση να πείσει τη μητέρα του για κάτι τέτοιο και βέβαια ούτε συζήτηση να το ζητούσε απ’τον πατέρα του.
Έτσι ο Τίτο παρέμεινε στο τάπερ. Κάποιες φορές έδειχνε βελτίωση και κάποιες άλλες η κατάστασή του ήταν σταθερή. Ο Λευτέρης ήταν βέβαιος πια ότι το ψαράκι του δε θα γινόταν ποτέ καλά όσο ήταν εκεί μέσα. Συνέχισε να τον φροντίζει με την ίδια σχολαστικότητα και κάθε μέρα που περνούσε δενόταν μαζί του όλο και περισσότερο. Πέρασαν άλλες δυο βδομάδες. Ο Λευτέρης δεν ξαναπήγε με τη μητέρα του στους Πουλόπουλους, από το φόβο του μην του ζητήσει η κυρία Ελένη πίσω τον Τίτο, εφόσον εκείνος έδειχνε ότι είναι καλά. Αν τον ρωτούσε δε θα μπορούσε να πει ψέμματα, γι αυτό απέφευγε να πάει από κει. Ένας άλλος λόγος ήταν ότι εκμεταλευόταν τα πρωινά του Σαββάτου για να περνάει περισσότερο χρόνο με τον Τίτο, τον οποίο έβαζε μέσα στη μπανιέρα (αφού την είχε γεμίσει με αρκετό νερό και αντιχλώριο) και τον άφηνε εκεί να κολυμπάει ελεύθερος όση ώρα έλειπε η μητέρα του από το σπίτι. Έδειχνε τόσο χαρούμενο το ψαράκι του εκεί μέσα! Κολυμπούσε γρήγορα και ασταμάτητα από τη μια άκρη στην άλλη σαν τρελό. Όσο χαρούμενο τον έβλεπε ο Λευτέρης μέσα στη μπανιέρα, τόσο περισσότερο στεναχωριόταν για τη στιγμή που θα έπρεπε να τον ξαναβάλει μέσα στο τάπερ.
Μια Δευτέρα που πήγε η κυρία Κατερίνα να πάρει τα παιδιά από το σχολείο, καθώς ήταν ο δρόμος της εκείνη τη μέρα, την φώναξε η δασκάλα του Λευτέρη να της μιλήσει ιδιαιτέρως. Η κυρία Κατερίνα ήταν σίγουρη ότι θ’ακούσει γι άλλη μια φορά κολακευτικά σχόλια για τον γιο της, την εξυπνάδα του και τον χαρακτήρα του. Ήταν το καμάρι της οικογένειας. Όμως εκείνη τη μέρα την περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη.
«Κυρία Κομνηνού, ανησυχώ για τον Λευτέρη. Τον τελευταίο μήνα έχει πέσει η απόδοσή του στα μαθήματα και δείχνει πολύ... πώς να το πω... αδιάφορος. Είναι αφηρημένος, δεν προσέχει στο μάθημα και πολλές φορές μου έρχεται αδιάβαστος. Θα ήθελα να μου πείτε αν συμβαίνει κάτι στο σπίτι σας που θα μπορούσε να έχει επηρεάσει το παιδί με αυτόν τον τρόπο. Τον έχω από την πρώτη δημοτικού και τον ξέρω καλά. Ο Λευτέρης ξαφνικά άλλαξε, κάτι πρέπει να του συμβαίνει. Εσείς σίγουρα θα ξέρετε καλύτερα, έτσι δεν είναι;»
Η κυρία Κατερίνα κατέβασε τα μάτια της στο πάτωμα κι έδειχνε πολύ σκεφτική. Τι να έλεγε στη δασκάλα; Ξαφνικά συνειδητοποίησε πόσο είχε στεναχωρηθεί το παιδί της από όλη αυτή την ιστορία με τον Τίτο. Κι εκείνη τον είχε αποπάρει μ’αυτόν τον τρόπο... Ορίστε τώρα που δεν πήγαινε καλά και στο σχολείο. «Να, ξέρετε... έχει στεναχωρηθεί μ’ένα χρυσόψαρο που έχει φέρει στο σπίτι. Τι να σας λέω τώρα, δεν δικαιολογείται», είπε στη δασκάλα διστακτικά.«Τον Τίτο λέτε;» τη ρώτησε εκείνη«Τον ξέρετε κι εσείς; Σας έχει μιλήσει;»
«Μα βέβαια! Έχει γράψει κι έκθεση για τον Τίτο! Όλη η τάξη του τον συνεχάρηκε γι αυτό που έκανε και τον έσωσε. Έχει σπουδαίο χαρακτήρα αυτό το παιδί, το ξέρετε άλλωστε, τα έχουμε πει πολλές φορές. Όμως ο Τίτο και το γεγονός ότι αναρρώνει του έδινε πολύ χαρά, γιατί μου λέτε τώρα ότι έχει στεναχωρηθεί; Μήπως πρόκειται να τον αποχωριστεί, να τον πάει πίσω και γι αυτό είναι έτσι;»
«Όχι, δεν είναι αυτό. Πώς να σας το πω, νιώθω λίγο άσχημα. Ήθελε να του πάρουμε ένα ειδικό δοχείο για να τον έχει μέσα, αλλά αυτά τα πράγματα κοστίζουν κι εμείς.... Μου ζήτησε χίλιες δραχμές κυρία Λουκία και δεν είχα να του τα δώσω. Του είπα πως και να τα είχα δε θα τα έδινα για το ψάρι, καταλαβαίνετε. Τέσσερα παιδιά, έχουμε τόσες ανάγκες. Να έδινα ένα χιλιάρικο για ένα χρυσόψαρο και να τα στερήσω από την οικογένειά μου; Δεν το θεώρησα σωστό. Αλλά ο Λευτέρης προφανώς δεν το καταλαβαίνει»
«Κυρία Κατερίνα, ακούστε με. Νομίζω πως το βλέπετε λάθος. Δε θα δίνατε τα χρήματα για το ψάρι. Για το παιδί σας θα τα δίνατε, για τον Λευτέρη. Καμιά φορά εμείς οι μεγάλοι δεν συνειδητοποιούμε τις ανάγκες των παιδιών μας. Δεν ακούμε την ψυχούλα τους όταν μας μιλάνε. Συμφωνώ ότι δεν πρέπει να ικανοποιούμε κάθε καπρίτσιο τους και να τα κακομαθαίνουμε. Όμως ο γιος σας δεν είναι τέτοιο παιδί. Έχει αρχές και ήθος και το οφείλει σε σας βεβαίως και στο πόσο σωστά τον έχετε μεγαλώσει – κι αυτόν και όλα σας τα παιδιά. Για τον Λευτέρη αυτό που σας ζήτησε ίσως να είναι πιο σημαντικό κι από το ακριβότερο παιχνίδι που θα μπορούσε ν’αποκτήσει. Δεν έχει σημασία το κόστος ή το αντικείμενο, σημασία έχει πώς το νιώθει ο ίδιος. Για μένα και για σας ναι, είναι ανόητο αυτό που ζητάει. Ίσως να είναι κι ανόητο το γεγονός ότι φροντίζει ένα χρυσόψαρο του οποίου η ζωή είναι τόσο σημαντική για τον Λευτέρη. Όμως πρέπει να δεχτούμε ότι για κείνον είναι σπουδαίο. Είναι ουσιαστικό, είναι το κέντρο του κόσμου του αυτή τη στιγμή. Προτείνω να το ξανασκεφτείτε και να το συζητήσετε με τον σύζυγό σας. Φυσικά είναι δική σας απόφαση, δε θέλω να σας επηρεάσω. Όμως πιστέψτε με, θα του έδινε τόση χαρά..»
Η κυρία Κατερίνα έφυγε από το σχολείο πολύ προβληματισμένη. Συνέχεια στο μυαλό της στριφογύριζαν τα λόγια της δασκάλας «δε θα τα δίνετε για το ψάρι, για το παιδί σας θα τα δίνατε». Τόσο λοιπόν κόστιζε η χαρά του παιδιού της; Το χαμόγελό του, η απόδοσή του στο σχολείο, ο ήρεμος ύπνος του; Χίλιες δραχμές που αρνήθηκε η ίδια να πληρώσει;...
Η κυρία Κατερίνα γύρισε στο σπίτι παρέα με τα παιδιά της που μιλούσαν και γελούσαν ανέμελα. Όλοι, εκτός από τον Λευτέρη. Όταν εκείνος την ρώτησε τι την ήθελε η δασκάλα, η μητέρα του απέφυγε ν’απαντήσει κι είπε πως θα τα πούνε στο σπίτι.Μετά το μεσημεριανό φαγητό κι ενώ όλα τα παιδιά διάβαζαν τα μαθήματά τους, η κυρία Κατερίνα έπιασε τον γιο της ιδιαιτέρως για να του μιλήσει για τον προβληματισμό της. Του ανέφερε τα παράπονα της δασκάλας του και άφησε τον ίδιο να της πει πού πιστεύει ότι αφείλεται αυτή η πτώση στην απόδοσή του στο σχολείο.«Δεν ξέρω βρε μαμά. Στεναχωριέμαι για διάφορα πράγματα μα πιο πολύ που δεν έχουμε λεφτά. Γιατί είμαστε τόσο άτυχοι; Άλλα παιδιά έχουν ό,τι θέλουν, παιχνίδια, ρούχα, τα πάντα. Πάνε ταξίδια με τις οικογένειές τους, διακοπές σε ακριβά ξενοδοχεία, πάνε σε ταβέρνες, στο λούνα παρκ κι εμείς πουθενά. Σκέφτομαι πως η κυρία Ελένη θα μπορούσε να αγοράσει ολόκληρο ενυδρείο για να αναρρώσει ο Τίτο, όμως δεν την ενδιαφέρει. Κι εγώ δεν έχω ούτε χίλιες δραχμές να του πάρω μια σκέτη γυάλα για να βλέπει έξω. Δεν είναι άδικο;»
«Ναι αγάπη μου, είναι πολύ άδικο. Να σου πω όμως και τι άλλο είναι άδικο και με στεναχωρεί πιο πολύ απ’όσα είπες; Το γεγονός ότι ένα τόσο καλό και έξυπνο παιδί όπως εσύ, αφήνεις να σε καταβάλει η στεναχώρια, δε διαβάζεις τα μαθήματά σου και δε θα μπορέσεις να πραγματοποιήσεις το όνειρό σου: να γίνεις κτηνίατρος. Αυτό θα είναι πάρα πολύ άδικο. Γιατί αν δεν σπουδάσεις, ενώ έχεις τα προσόντα, δε θα έχεις μια καλή δουλειά, δε θα βγάζεις πολλά χρήματα κι έτσι θα στεναχωριούνται και τα δικά σου τα παιδάκια που δε θα μπορείς να τους προσφέρεις αυτά που εσύ τώρα λαχταράς να είχες. Το καταλαβαίνεις αυτό;»
«Ναι μανούλα, έχεις δίκιο. Πρέπει οπωσδήποτε να σπουδάσω κι όχι μόνο για να βγάλω πολλά χρήματα, αλλά και για να περιποιούμαι τα ζωάκια που τ’αγαπώ τόσο πολύ! Και μην στεναχωριέσαι, θα διαβάζω και να σου πω και κάτι; Το Σάββατο και κάθε Σάββατο από δω και πέρα θα πηγαίνω με τον μπαμπά στην οικοδομή να βοηθάω και θα μου δίνει χαρτζιλίκι, όπως μου είχε πει, θυμάσαι;»
«Πολύ ωραία! Έτσι θα μπορέσεις ν’αγοράσεις αυτό που θέλεις για τον Τίτο σου!»
«Όχι. Πρώτα θα αγοράσω για σένα ένα καινούργιο ζευγάρι παπούτσια μαμά. Μετά, αν έχω ακόμα τον Τίτο, θα του πάρω μια γυάλα για να τον βάλω μέσα. Ή μάλλον όχι! Θα περιμένω να μαζέψω περισσότερα λεφτά και θα αγοράσω ένα μικρό ενυδρείο, με το φίλτρο του, με τα όλα του! Και κάποια στιγμή, αφού επιστρέψω τον Τίτο, θα πάρω ένα άλλο ψαράκι να έχω μέσα στο ενυδρείο μου, τι λες; Δεν είναι πολύ καλή ιδέα; Βέβαια, δε θα είναι ο Τίτο, που τον αγαπάω τόσο πολύ, αλλά κι εκείνο θα το αγαπήσω με τον καιρό. Αχ, μαμά, είμαι πολύ χαρούμενος!»Μ’αυτά τα λόγια ο Λευτέρης αγκάλιασε τη μητέρα του σφιχτά και της έσκασε ένα γλυκό φιλί στο μάγουλο. Εκείνη, που από την συγκίνηση δε μπορούσε να μιλήσει, αρκέστηκε στο να του ανταποδώσει το φιλί. Αυθόρμητα της ήρθε να του πει πολλά πράγματα, όπως το ότι αν έβγαζε ένα χαρτζιλίκι θα ήταν προτιμότερο να αγοράσει για τον εαυτό του κάποια πράγματα που χρειαζόταν, ή να πάει στο λούνα παρκ με τ’αδέλφια και τους φίλους του, αλλά τι νόημα είχε; Ο γιος της είχε κάνει ήδη τις επιλογές του και είχε διαλέξει αυτό που θα τον ικανοποιούσε περισσότερο: ν’αγοράσει ένα ενυδρείο. Σύμφωνα με τη δασκάλα, αυτό ήταν το σημαντικότερο για κείνον και η ίδια δε σκόπευε να προσπαθήσει καν να του αλλάξει γνώμη.
Ο Λευτέρης κράτησε την υπόσχεσή του κι από την ίδια εκείνη μέρα άρχισε να διαβάζει τα μαθήματά του με επιμέλεια. Η διάθεσή του είχε αλλάξει και είχε γίνει πάλι το χαρούμενο και πρόθυμο παιδί που ήξεραν όλοι. Ο Τίτο, λες και είχε νιώσει τη χαρά του Λευτεράκι, έδειχνε πολύ καλύτερα κι ας παρέμενε μέσα στο τάπερ. Η ουρίτσα του είχε αρχίσει πια να αποκαθίσταται εμφανώς.Μετά από δυο Σάββατα, ο Λευτέρης έδωσε στη μητέρα του τις χίλιες δραχμές που της είχε υποσχεθεί για τα παπούτσια της. Ήταν αποφασισμένος να δουλέψει όσο χρειαζόταν προκειμένου να συγκεντρώσει το ποσό που του χρειαζόταν. Είχε ήδη συζητήσει με τον κύριο Πέτρο από το πετ σοπ και είχε βρει το ενυδρείο που θα αγόραζε. Κόστιζε πέντε χιλιάδες δραχμές με όλο τον εξοπλισμό του, ειδική τιμή για τον Λευτέρη. Ένα 30λιτρο ενυδρείο που από τη στιγμή που το είδε το ονειρευόταν με κλειστά και με ανοιχτά μάτια, νύχτα και μέρα. Έπρεπε να δουλέψει ακόμα 6 Σάββατα και μετά θα γινόταν δικό του.
Εκείνο το Σάββατο που η κυρία Κατερίνα αγόρασε τα καινούργια της παπούτσια, δούλευε και το βράδυ στους Πουλόπουλους. Είχαν ένα τραπέζι με εκλεκτούς καλεσμένους στη βίλα τους και την ήθελαν για την κουζίνα και την λάντζα. Το δώρο του Λευτέρη της είχε έρθει κουτί, δεδομένου ότι έπρεπε να έχει περιποιημένη εμφάνιση για τη δεξίωση. Αρχικά δεν ήθελα να πάρει τα χρήματα από το παιδί, αλλά εκείνος επέμενε τόσο πολύ που τελικά υποχώρησε. Η κυρία Κατερίνα είχε πάρει τέτοια χαρά από την χειρονομία του γιού της, που το βράδυ στους Πουλόπουλους έλαμπε ολόκληρη! Αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο από την αφεντικίνα της, την κυρία Ελένη.«Κατερίνα μου κούκλα είσαι σήμερα, μπράβο σου! Μεγειά και τα παπούτσια, πολύ όμορφα και άνετα φαίνονται»
«Ευχαριστώ κυρία Ελένη! Κι άμα σας πω ποιός μου τα πήρε... ο γιος μου, ο Λευτεράκης! Το πουλάκι μου, δουλεύει μεροκάματο τα Σάββατα με τον πατέρα του και με τα πρώτα χρήματα που έβγαλε μου πήρε δώρο τα παπούτσια! Κι ας ήθελε τόσο πολύ ν’αγοράσει το....»
«Ποιό Κατερίνα; Τι θα έλεγες; Ν’αγοράσει τι;»Η κυρία Κατερίνα κατάλαβε ότι είχε κάνει γκάφα πάνω στον ενθουσιασμό της, αλλά ήταν αργά για να το πάρει πίσω. Έτσι αναγκάστηκε να πει στην κυρία Ελένη όλη την ιστορία με το ενυδρείο που ονειρευόταν να πάρει ο Λευτέρης για τον Τίτο. Της μίλησε για τις ατέλειωτες ώρες που περνούσε ο γιος της δίπλα στο δοχείο του Τίτου, πόση ανησυχία και αγάπη είχε γι αυτό το ψαράκι κι ότι με την φροντίδα του είχε καταφέρει κυριολεκτικά να το αναστήσει. Της είπε για τα παράπονα της δασκάλας και την συζήτηση που είχε μετά η ίδια με το παιδί, καθώς και για τον στόχο που είχε βάλει ο Λευτέρης να μαζέψει χρήματα δουλεύοντας για να αγοράσει το ενυδρείο.
Όταν τελείωσε, τα μάτια της κυρίας Ελένης ήταν βουρκωμένα. Πήρε τα χέρια της Κατερίνας μέσα στα χέρια της και της είπε με συγκίνηση:«Κατερίνα, τι έχεις κάνει τόσο καλά με τα παιδιά σου που εγώ δεν το κατάφερα ποτέ; Εμείς είμαστε μορφωμένοι, απ’τα παιδιά μας δεν έλειψε ποτέ τίποτα, απολύτως τίποτα. Κι όμως τα βλέπεις τώρα κι είναι όλο παράπονα και γκρίνια κι απαιτήσεις. Τους κάνω ένα σωρό φροντιστήρια για να βγάλουν ένα βαθμό της προκοπής κι αυτό με τα χίλια ζόρια. Παίρνουν χαρτζιλίκι όσο είναι το δικό σου βδομαδιάτικο και ποτέ, μα ποτέ βρε Κατερίνα, δεν μου έχουν κάνει ένα δώρο. Ειλικρινά σε θαυμάζω και σε ζηλεύω ομολογώ. Κι επειδή ο Τίτο ήταν δικό μου ψαράκι, επίτρεψέ μου να το κάνω δώρο εγώ στον Λευτέρη το ενυδρείο. Και να του πεις ότι του τον χαρίζω τον Τίτο, είναι δικός του πια. Πάρε αυτά τα χρήματα και δώστα στο παιδί μαζί με την αγάπη μου και την εκτίμησή μου. Και πες του ότι τον περιμένω το άλλο Σάββατο να του δώσω ένα μεγάλο φιλί. Τον ζητάνε και τα σκυλιά πες του, τους έχει λείψει πολύ!»
«Κυρία Ελένη, ευχαριστώ πολύ, δεν ξέρω τι να πω! Νιώθω πολύ υποχρεωμένη απέναντί σας ειλικρινά»
«Καθόλου υποχρεωμένη μη νιώθεις καλή μου και μη μ’ευχαριστείς. Εγώ σ’ευχαριστώ, με όλη μου την καρδιά, γι αυτό το μάθημα ζωής που μου έδωσες...»

20 χρόνια αργότερα...

«Γιατρέ, έχει έρθει ο κύριος Κούρτης με το λυκόσκυλο για τα εμβόλια, είναι το ραντεβού των 12, να περάσει;»«Έχουμε άλλο ραντεβού πιο πριν; Έχει κόσμο έξω;»«Ναι βέβαια, αλλά δεν έχουν ραντεβού. Είναι μια κυρία μ’ένα γατάκι, ένας κύριος μ’ένα κανίς κι ένα παιδάκι που κρατάει μια γυάλα μ’ένα χρυσόψαρο. Τον ρώτησα τι θέλει και μου είπε πως το ψαράκι του χρειάζεται γιατρό!»«Στείλε μου μέσα το παιδάκι με το χρυσόψαρο Ελπίδα και ζήτα από τους υπόλοιπους να περιμένουν λίγα λεπτά,οκ;»
Ο Λευτέρης σηκώθηκε από το γραφείο του την ώρα που έμπαινε μέσα το μικρό αγόρι αγκαλιά με μια γυάλα. Εκείνο στάθηκε διστακτικά στην πόρτα κι έτεινε προς τον Λευτέρη τη γυάλα με το χρυσόψαρο. Ο Λευτέρης πλησίασε, πήρε τη γυάλα και την ακούμπησε πάνω στο γραφείο του. Βλέποντας το χρυσόψαρο του κόπηκε η ανάσα – ήταν ίδιος ο Τίτο!«Τι πρόβλημα έχεις νεαρέ μου;» ρώτησε το παιδί.«Να, έχω αυτό το ψαράκι εδώ κι ένα μήνα και τώρα ξαφνικά δείχνει άρρωστο, δεν κολυμπάει καλά, γυρίζει συνέχεια στο πλάι. Ούτε τρώει, ούτε τίποτα. Μπορείτε να το κάνετε καλά γιατρέ;»
«Άκουσέ με αγόρι μου. Ο μόνος που μπορεί να το κάνει καλά είσαι εσύ, αν ακολουθήσεις τις συμβουλές μου βέβαια. Καταρχήν, τα ψαράκια δεν ζούνε σε γυάλες. Τουλάχιστον ας πούμε ότι δεν ζούνε καλά και δεν ζούνε για πολύ. Αυτό που καταρχήν χρειάζεται είναι να το αγαπάς πολύ. Το αγαπάς το ψαράκι σου;»
«Και βέβαια το αγαπάω! Αν μου πεθάνει θα στεναχωρηθώ πολύ, αλήθεια σας λέω! Γι αυτό ήρθα σε σας»
«Ωραία λοιπόν. Αφού το αγαπάς, θα το φροντίσεις και ανάλογα. Καταρχήν θα βάλεις στόχο να του πάρεις ένα μικρό ενυδρείο, γύρω στα 30 λίτρα, για να ζει άνετα εκεί μέσα. Θα σου εξηγήσω εγώ τα πάντα, μην ανησυχείς. Μέχρι τότε, θα του αλλάζεις κάθε μέρα το νερό του και θα βάζεις πάντα αντιχλώριο. Τώρα που είναι αρρωστούλι, θα σου δώσω εγώ ένα ειδικό αλάτι να του βάζεις μέσα στο νερό και θα το ταϊζεις βρασμένο αρακά, χωρίς το φλούδι φυσικά. Ό,τι χρειάζεσαι θα με παίρνεις τηλέφωνο κι όλα θα πάνε καλά, μην ανησυχείς. Αν το φροντίσεις σωστά θα ζήσει πολλά χρόνια, όπως ένα τέτοιο ψαράκι που είχα κι εγώ από μικρός. Τίτο τον έλεγαν κι ήταν ίδιος, έτσι, σαν να τον βλέπω τώρα. Έζησε μαζί μου 15 χρόνια και μου έδωσε πολύ χαρά»
«Τίτο, τι ωραίο όνομα! Θα τον ονομάσω κι αυτόν Τίτο! Τώρα που έρχονται Χριστούγεννα θα ζητήσω από τους δικούς μου να μου κάνουν δώρο το ενυδρείο και θα του φτιάξω ένα σπίτι πολύ όμορφο!»
«Μπράβο αγόρι μου! Είναι απλά πραγματάκια που αν τα κάνεις σωστά το ψαράκι σου κι εσύ θα ζήσετε πολλά χρόνια μαζί. Πήγαινε τώρα κι όπως είπαμε. Η Ελπίδα έξω θα σου δώσει το αλατάκι και τις οδηγίες που χρειάζεσαι. Πάρε και την κάρτα μου να μου τηλεφωνείς όποτε θέλεις να με ρωτήσεις κάτι. Κι οπωσδήποτε μόλις πάρεις το ενυδρείο θα μου τηλεφωνήσεις να σου δώσω οδηγίες για την σωστή λειτουργία του, εντάξει;»«Εντάξει γιατρέ! Σας ευχαριστώ πολύ! Κι ο Τίτο σας ευχαριστεί! Θα τα ξαναπούμε σίγουρα!»
Ο Λευτέρης κοίταξε το μικρό αγόρι που με τόση τρυφερότητα και αγάπη πήρε στην αγκαλιά του τη γυάλα με το χρυσόψαρο κι έφυγε καταχαρούμενο από το κτηνιατρείο. Το μυαλό του γύρισε πολλά χρόνια πίσω κι ένιωσε ξανά την ίδια χαρά και συγκίνηση που είχε νιώσει όταν έβαλε για πρώτη φορά τον Τίτο του στο καινούργιο του ενυδρείο. Ο Τίτο του έκανε συντροφιά σε όλα τα χρόνια του σχολείου και μετά στο Πανεπιστήμιο. Ο Τίτο ήρθε μαζί του όταν παντρεύτηκε στο καινούργιο του σπίτι, ο Τίτο ήταν εκεί όταν απέκτησε τον γιο του.Τώρα, ένας άλλος Τίτο θα έδινε τις ίδιες χαρές σ’ένα μικρό αγόρι.
Πόσα συναισθήματα μπορεί τελικά να ζήσει ένας άνθρωπος εξαιτίας μιας τόσο μικρής, πολύχρωμης ψυχούλας...

9 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Πολύ συγκινητική η ιστορία σου Μαρία. Τα συγχαρητήριά μου!!!

Keep writing…

Andreas είπε...

Άριστη!!!!

Θα σε παρακολουθώ!

Ανώνυμος είπε...

Μαρία έχεις χάρισμα ,πολύ μίλησε στην καρδιά μου η ιστορία σου εύχομαι να είσαι γερή και να μας γράφεις τέτοιες όμορφες ιστορίες !!

ΕΛΒΙΡΑ - ΧΑΝΙΑ είπε...

Συγχαρητήρια και πάλι!!! Περιμένουμε κ άλλες ιστορίες!! Γράφεις καταπληκτικά!!! Όντως η ομορφιά της ζωής κρύβεται σε τόσο μικρά πράγματα....

patsiouri είπε...

Οταν διαβάζω ιστορίες που περιγράφουν το δεσμό που αναπτύσσεται ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και ένα ζώο τόσο εύστοχα και με τέτοια γλαφυρότητα, μπορώ να βάλω τα κλάμματα και να μη σταματήσω επί ώρες.
Και τώρα.
Και φαντάσου, γενικότερα είμαι γαιδούρα, δε συγκινούμαι εύκολα.
Αν καταλαβαίναμε ΄λοι πως ο καθένας μας ξεχωριστά είναι μία μοναδικότητα, πως το κάθε ζωάκι είανι κι'αυτό μια μοναδικότητα...
ο κόσμος θα ήταν τόσο μα τόσο αλλιώς...

panagiota είπε...

Ασε Πατς μου, εγώ τα έβαλα ήδη και ακόμα δακρύζω.

Μαρία, τι να πω? Γράφεις με τόσο συναίσθημα πού με έμπασες μέσα στο ...ενυδρείο να παρακολουθώ τα δρώμενα!
Καλό σου απόγευμα

Rena είπε...

Έλειωσααα...Τίποτε άλλο. Εκτυπώνω την ιστορια να τη διαβάσει ο γιος μου. Ένα σα το Λευτέρη της ιστορίας σου, λέμε...Να είσαι γερή, δυνατή και να μας χαρίζεις πάντα τέτοιες συγκινήσεις..κι ας έχουν και δάκρυα. Μας κάνουν καλύτερους, πίστεψέ με.

Olga είπε...

Καλημέρα!Έφθασα σε σένα, τυχαία, απο την Έλενα! Βρέθηκα, πάλι τυχαία, να διαβάζω την ιστορία με το χρυσόψαρο, και πάλι τυχαία, τα μάτια μου να βουρκώνουν..Σ'ευχαριστω...

Maria Tzirita είπε...

Πατσιούρι μου,
Παναγιώτα μου,
Ρένα μου,
Όλγα μου,
σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια και που μπήκατε στον κόπο να γράψετε σχόλιο μετά από ένα χρόνο που είχα κάνει αυτή την ανάρτηση! Είστε όλες πολύ γλυκές κι ευαίσθητες ψυχούλες! Τα φιλιά και την αγάπη μου!