Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι ιστορίες μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι ιστορίες μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2 Ιουν 2010

Όταν πεθάνει...


Γιατί λυπάσαι; Γιατί τρομάζεις; Για ποιόν κλαις; Γι αυτόν ή για σένα;
Στεναχωριέσαι που δε ζει, γιατί; Γιατί εσύ δε θα τον ξαναδείς, εσύ δε θα του μιλήσεις πια, δε θα έχεις την ευκαιρία να του πεις...
Για εκείνον μπορεί να είναι καλύτερα. Ή τίποτα δε θα νιώθει ή θα είναι καλύτερα. Πάντως δε θα στεναχωριέται ούτε θα κλαίει. Εσύ γιατί κλαις; Γι αυτόν ή για σένα;...
Κρίμα λες, αλλά κρίμα για ποιόν; Κρίμα για όσους δεν πρόλαβαν να τον γνωρίσουν, να τον εκτιμήσουν, να τον αγαπήσουν...αλλά κυρίως...να του το πουν...
Θα σου λείψει, γι αυτό λυπάσαι. Τη μοναξιά φοβάσαι. Για σένα κλαις...

3 Μαΐ 2010

Αν είχα μόνο μια ευχή...



Χθες βράδυ είδα ένα παράξενο όνειρο... Σα να είχε ξημερώσει όταν άνοιξα τα μάτια μου κι εκεί μπροστά μου στεκόταν ένα Τζίνι. Ναι, ένα Τζίνι μαγικό, σαν εκείνο που όλοι έχουμε δει με τα μάτια της φαντασίας μας, μέσα από τα παραμύθια του Αλαντίν. Δεν τρόμαξα, του χαμογέλασα, λες κι ήταν το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου να ξυπνάς και να έχεις απέναντί σου ένα τέτοιο μυθικό πλάσμα.

Χωρίς να μου το πει, ήξερα, είχα τη βεβαιότητα ότι ήρθε να μου πραγματοποιήσει ευχές. Ένιωσα απέραντη ευτυχία, χαρά τρελή, απερίγραπτη και πάνω που ετοιμαζόμουν να ξεστομίσω τις ευχές μου, άκουσα τη φωνή του, βροντερή και κοφτή: "Μία μόνο!"

Μία; Τι ήταν ετούτο πάλι; Όλα τα Τζίνι που ήξερα εγώ τρεις ευχές πραγματοποιούσαν. Σ'εμένα βρήκε να έρθει το τσιγκούνικο;

"Μισό, να σκεφτώ!", του είπα και μου κούνησε το κεφάλι με κατανόηση. Σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος και περίμενε.

Εκεί ένιωσα αγωνία. Δεν ένιωθα πια χαρά, παρά μόνο αγωνία. Είχα μια μοναδική ευκαιρία να ζητήσω ό,τι περισσότερο επιθυμούσα και φοβόμουν μήπως ζητούσα το λάθος πράγμα. Μήπως ζητούσα κάτι και μετά το μετάνιωνα.

Να ζητήσω υγεία, σκέφτηκα. Αυτό μας έχουν μάθει ότι είναι το πιο σημαντικό αγαθό, και σωστά βέβαια. Ναι αλλά υγεία έχω, ξανασκέφτηκα. Γιατί να μη ζητήσω να έχω άπειρα χρήματα; Αν έχεις άπειρα χρήματα τα πάντα μπορείς να κάνεις. Με τα χρήματα θα εξασφαλίσω το μέλλον μου και το μέλλον του παιδιού μου.

Ναι αλλά, αν έχω πολλά χρήματα και δεν έχω αγάπη και ανθρώπους αγαπημένους δίπλα μου, τι να τα κάνω; Να καταντήσω σαν εκείνους τους πάμπλουτους μοναχικούς ανθρώπους που δεν ξέρουν αν ο άλλος τους αγαπά γι αυτό που είναι ή για τα λεφτά τους;

Να ζητήσω αγάπη λοιπόν, είπα μέσα μου. Η αγάπη θα με κάνει ευτυχισμένη. Αλλά αν δεν έχω την υγειά μου και χρήματα για να χαρώ τη ζωή, θα μου φτάνει μόνο η αγάπη;

Παναγίτσα μου, τι θα κάνω τώρα; Θυμάμαι ότι με έλουσε κρύος ιδρώτας εκείνη τη στιγμή και το όνειρο μάλλον άρχισε να μοιάζει με εφιάλτη. Το Τζίνι με κοιτούσε ανυπόμονα και φοβήθηκα ότι από στιγμή σε στιγμή θα εξαφανιζόταν κι εγώ θα έχανα την ευκαιρία να πραγματοποιήσω τη μεγαλύτερη επιθυμία της καρδιάς μου. Τη μοναδική μου ευχή. Και τότε η καρδιά μου έδωσε μόνη της την απάντηση που γύρευα:

"Να μη χάσω τίποτα από όσα έχω!", του φώναξα με ενθουσιασμό. "Αυτή είναι η ευχή που κάνω: να μη χάσω τίποτα από αυτά που έχω. Την υγεία μου, το παιδί μου, τον αγαπημένο μου, την καριέρα μου, τους φίλους μου και την αγάπη του κόσμου! Όλα τα έχω! Το μόνο που μπορώ να ευχηθώ είναι να μην τα χάσω..."

Το Τζίνι μου χαμογέλασε, χτύπησε τα δάχτυλά του, σα να μου έλεγε "έγινε!" κι εξαφανίστηκε.

Όταν ξύπνησα το πρωί, φυσικά κανένα Τζίνι δεν ήταν εκεί δίπλα μου. Ένιωσα όμως μια απέραντη ευγνωμοσύνη μέσα στην ψυχή μου κι ίσως... ναι... την ίδια απέραντη εκείνη χαρά που βίωσα και στο όνειρό μου, λυτρωμένη όμως από την αγωνία που τη συνόδευε...

8 Ιουν 2009

Ο δολοφόνος του παιδιού μου

Είχα τα μάτια μου καρφωμένα στη μικρή ξύλινη πόρτα. Τον περίμενα. Περίμενα με τόση λαχτάρα να τον δω, που η καρδιά μου είχε ανέβει στο λαιμό μου κι έκανα απελπισμένες προσπάθειες να την κατεβάσω στη θέση της καταπίνοντας, λες κι ήταν μια μπουκιά ψωμί που είχε σταθεί εκεί και δεν έλεγε να πάει κάτω. Η βαβούρα που επικρατούσε μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου έφτανε στ’αυτιά μου σαν ήχος υπόκωφος, από μακριά. Κανέναν δεν έβλεπα, η όρασή μου ήταν θολή και το μόνο σημείο στο οποίο εστίαζα καθαρά ήταν εκείνη η πόρτα. Η πόρτα απ’όπου θα έβγαινε ο Γιώργος Γεωργίου. Ο δολοφόνος του παιδιού μου.
Ο Στέφανος δίπλα μου έβριζε και καταριόταν, τον περίμενε κι εκείνος για να ξεσπάσει πάνω του την οργή και το μίσος που τον έπνιγαν σαν τεράστιο αιμοβόρο φίδι που είχε τυλιχτεί στο λαιμό του. Τ’αδέλφια του δίπλα του προσπαθούσαν να τον συγκρατήσουν. Οι αστυνομικοί λίγο πιο πίσω βρίσκονταν σ’ετοιμότητα. Όλοι τον κατανοούσαν, αλλά όφειλαν να τηρήσουν την τάξη.
Εγώ πάλι δεν ήθελα να του επιτεθώ. Δεν ήθελα να τον σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια, όπως ο άντρας μου. Ήθελα μόνο να τον δω. Να τον κοιτάξω στα μάτια, να τον γνωρίσω καλύτερα. Να μάθω τι σκεφτόταν, πώς ένιωθε. Τον ζήλευα. Αυτός είχε δει τον Άγγελο τελευταία φορά ζωντανό. Τον είχε αγγίξει, του είχε μιλήσει, είχε ακούσει τη φωνή του. Για τελευταία φορά. Εκείνος, ο Γιώργος Γεωργίου, ο δολοφόνος του. Μέσα στο ταραγμένο μου μυαλό αυτός ο άνθρωπος είχε αποκτήσει μυθικές διαστάσεις. Ένιωθα δέος στη σκέψη του. Αυτός είχε πάρει τη ζωή του παιδιού μου. Πόση δύναμη πρέπει να είχε!
Η πόρτα άνοιξε. Ένας αστυνομικός, αυτός κι άλλος ένας αστυνομικός. Στάθηκαν για λίγο κι έπειτα τον κάθησαν στο εδώλιο. Σταμάτησα την προσπάθεια να καταπιώ τον χτύπο της καρδιάς μου κι αφέθηκα με όλες μου τις αισθήσεις στο κοίταγμα του. Τον είχα ξαναδεί, αλλά ποτέ δεν είχα την ευκαιρία να τον παρατηρήσω τόσο καλά, με την ησυχία μου. Ο χαμός που επικράτησε στην αίθουσα δεν διέκοψε ούτε στιγμή την συγκέντρωσή μου.
Είχε το κεφάλι του σκυμμένο. Μαύρα σγουρά μαλλιά, λίγο πιο κάτω απ’τα αυτιά. Αναρωτήθηκα αν θα τον κούρευαν στη φυλακή, ή θα του επέτρεπαν να διατηρήσει αυτή την πλούσια χαίτη. Ήταν μετρίου αναστήματος, εκτός κι αν έφταιγε το γεγονός ότι στεκόταν καμπουριαστός. Όχι ιδιαίτερα γεροδεμένος. Παρατήρησα τα μπράτσα του, τις παλάμες του. Απογοητεύτηκα. Περίμενα να δω κάποιον που η σωματική του διάπλαση να δικαιολογούσε την πράξη του. Να την αξίωνε. Αυτός ήταν σαν μπασμένο. Δεν μπορούσε ο Άγγελος να του αντισταθεί; Ένα κι ογδονταπέντε ήταν και πολύ γυμνασμένος.
Έπειτα ήταν κι η ηλικία. Δεν ταίριαζε. Τούτο εδώ το παλικάρι μέχρι κι όμορφο το έλεγες. Μα δε θα’ταν πάνω από είκοσι πέντε χρονών. Νέο παιδί κι ωραίο παιδί δεν κάνει τέτοια πράγματα. Ένας μεσήλικας, ένας διεστραμμένος πενηντάρης, ναι. Πιο λογικό. Αυτός εδώ δεν μπορούσε να είχε όποιον ήθελε; Είτε γυναίκα, είτε άντρα, δεν έχει σημασία. Τι του ζήλεψε του παιδιού μου; Που ήταν και μωρό ακόμα, κι ας ήταν ένα κι ογδόνταπέντε ύψος.
Τότε σήκωσε τα μάτια του και τα έριξε κατευθείαν πάνω μου. Πουθενά αλλού και σε κανέναν άλλον. Πάνω μου. Καρφώθηκε στα μάτια μου, όπως το βέλος που βρίσκει κατευθείαν το στόχο του. Μου μίλησε. Όχι με λόγια, ούτε με νοήματα. Όμως μου μίλησε κι εγώ τον άκουσα. Όχι με τ’αυτιά, αλλά με κάτι άλλο που βρισκόταν πολύ βαθιά μέσα μου. Δεν ήξερα πώς. Αλλά τον άκουσα. Και του χαμογέλασα. Τα δικά του μάτια, έχοντας πάρει την απάντησή τους, ξαναγύρισαν στο πάτωμα μπροστά του.
Ο Στέφανος με κοίταξε σαστισμένος.
«Μα τι κάνεις; Το έχασες τελείως;»
Το «τελείως» δεν χρησιμοποιήθηκε τυχαία. Όλοι στην οικογένεια πιστεύουν ότι φλερτάρω επικίνδυνα με την τρέλα. Όχι ανέκαθεν – από τότε που έφυγε ο Άγγελος. Τίποτα πάνω μου δεν είναι φυσιολογικό – έτσι τους έχω ακούσει να λένε. Μέχρι την κηδεία του φερόμουν όπως μια μάνα που έχει χάσει το παιδί της. Μαύρα ρούχα, κλαμμένα και πρησμένα μάτια, κατάρες που στοίχειωναν μέχρι και τον λιγοστό ύπνο μου. Λιποθυμίες, ηρεμιστικά, ενέσεις. Αλλά μετά; Μου έστριψε, έλεγαν τα σόγια. Πώς να τους εξηγήσω να καταλάβουν; Ο Στέφανος βλέποντάς με έτσι, άρχισε να το πιστεύει κι αυτός.
«Κοίταξέ τον Στέφανε. Ο Άγγελος τον έχει συγχωρέσει. Πρέπει να τον συγχωρέσουμε κι εμείς».
«Ποτέ! Κανείς δε θα τον συγχωρέσει! Ούτε η μάνα που τον γέννησε! Στη φυλακή να σαπίσει το κτήνος!»
Ο Στέφανος έφτυσε προς το μέρος του, αλλά το σάλιο του έσκασε λίγο πιο πέρα, λερώνοντας το ξύλινο κιγκλίδωμα. Δεν έφτασε το στόχο του. Δεν ήταν σφαίρα βλέπεις, ούτε τόξο. Ούτε ματιά. Του έπιασα το χέρι.
«Ηρέμησε», του είπα, την ίδια στιγμή που ο δικαστής του έστελνε τη δική του επίπληξη. Έπρεπε ν’αρχίσει η ακροαματική διαδικασία.
Εγώ αρνήθηκα να καταθέσω. Τα είχαμε συμφωνημένα με τον δικηγόρο. Αυτός παρουσίασε χαρτί από ψυχίατρο που με απάλλασε από την ευθύνη αυτή. Το μόνο που περίμενα ήταν η απολογία του κατηγορούμενου. Ήθελα ν’ακούσω και πάλι πώς έγινε, τι του είπε το παιδί πριν φύγει, μήπως κάτι, κάτι είχε ξεχαστεί στην πρώτη κατάθεση και δεν είχε αναφερθεί. Πάνω απ’όλα όμως ήθελα να μπορέσω να ικανοποιήσω το αίτημα του γιού μου. Να τον κοιτάξω στα μάτια και να νιώσω μέσα μου ότι ναι, τον συγχωρώ. Αυτό δεν το είχα καταφέρει ακόμα. Δεν είχα φτάσει μέχρι εκεί.
Τώρα άκουγα τον άντρα μου που μιλούσε για τον γιο μας. Πόσο καλό παιδί ήταν, πόσο ηθικό, δεν έδινε ποτέ δικαίωμα σε κανέναν. Καλός μαθητής, αγαπητός σε καθηγητές και συμμαθητές. Ασχολούταν με τον αθλητισμό κι είχε πάρει αρκετές διακρίσεις σε σχολικούς αγώνες. Αγαπούσε τη μουσική, έπαιζε κιθάρα. Ήταν υπάκουος, είχε καλή σχέση με τους γονείς του, δεν είχαμε προβλήματα.
Μα τι σημασία είχαν όλα αυτά; Αν δηλαδή ήταν κακό παιδί, αν δεν ήταν καλός μαθητής, αν δεν τον συμπαθούσαν όλοι, αν δεν ήταν αθλητής και δεν έπαιζε κιθάρα, θα δικαιολογούσαν οι δικαστές τον φόνο του; Και όχι, δεν ήταν υπάκουο παιδί. Ήταν ένα φυσιολογικά οργισμένο παιδί στην εφηβεία. Και δεν είχε και τόσο καλή σχέση μαζί μας. Νομίζω πως αφού έφυγε και μετά αποκτήσαμε καλή σχέση. Τη σχέση που έχουμε τώρα. Είχαμε προβλήματα. Όπως έχουν όλοι οι γονείς με τα παιδιά τους. Για ποιό λόγο πρέπει να το κρύβουμε αυτό; Μάλλον επειδή δεν έχει κάτι να προσθέσει στην υπόθεση. Ή επειδή όταν κάποιος πεθαίνει αγιοποιείται κι όλα τα παραπτώματα διαγράφονται. Σα να μην υπήρξαν ποτέ.
Πόσο ανόητοι λόγοι μου φαινόντουσαν τώρα αυτοί για τους οποίους τσακωνόμασταν τότε. Ας τον είχα τον γιο μου κοντά μου ζωντανό κι ας μην πάταγε ποτέ στο φροντιστήριο. Κι ας άκουγε δυνατά μουσική μέσα στο μεσημέρι, προκαλώντας την αγανάκτηση των γειτόνων. Κι ας μη μάζευε ποτέ το δωμάτιο του – αν είναι δυνατόν, για τέτοια γελοία πράγματα τον μάλωνα; Ας τον είχα μόνο, μια στιγμή μοναχά να τον έσφιγγα στην αγκαλιά μου. Οι άκρες των χειλιών μου στράφηκαν προς τα κάτω και αυτό το ανάποδο χαμόγελο συνοδεύτηκε από καυτά δάκρυα.
Ο Στέφανος βλέποντάς με να κλαίω, δεν ήξερε αν έπρεπε να λυπηθεί ή να χαρεί. Μάλλον έκλινε προς τη χαρά και την ανακούφιση. Τον έκανε να νιώθει λιγότερο μόνος – στο κάτω κάτω αυτό ήταν το φυσιολογικό. Δε γινόταν να υποφέρει μόνο αυτός, να πονάει χωρίς συντροφιά. ΄Επρεπε να υποφέρω κι εγώ. Μάνα ήμουν. Ήμουν. Δεν είμαι πια. Μα, όταν γίνεις μάνα, παύεις να είσαι ποτέ; Είναι ιδιότητα που χάνεται, όπως το να λες «ήμουν βαρκάρης, αλλά δεν είμαι πια, γιατί δεν έχω βάρκα;»
Ο Γιώργος Γεωργίου κλήθηκε να καταθέσει. Μιλούσε τόσο σιγά, που ο πρόεδρος αναγκάστηκε έξι φορές να του κάνει σύσταση. Σ’αυτόν για να μιλάει πιο δυνατά και στον κόσμο από κάτω για να μη μιλάει καθόλου. Ο δικαστής μπορούσε να το κάνει αυτό. Ν’αποφασίσει ποιός θα μιλήσει και ποιός θα σιωπήσει. Ποιός θα μπει στη φυλακή και ποιός θα γυρίσει σπίτι του. Δε μπορούσε όμως ν’αποφασίσει ποιός θα ζήσει και ποιός θα πεθάνει. Τουλάχιστον όχι στη χώρα μας. Και σίγουρα δε μπορούσε ν’αποφασίσει ποιός θ’αγαπηθεί και ποιός θα μισηθεί. Σε καμία χώρα.
Έτσι ο Γιώργος Γεωργίου αποφασίστηκε να μπει στη φυλακή και μάλιστα ισόβεια. Όταν θα πέθαινε ήταν ελεύθερος να πάει όπου ήθελε. Αυτό θα το αποφάσιζε ο ίδιος. Θα είχε πολύ χρόνο για να το αποφασίσει. Ο Στέφανος ορκιζόταν ότι δε θα τον άφηνε να ζήσει. Ότι σκοπός της ζωής του από κει και πέρα θα ήταν η εκδίκηση για το χαμό του παιδιού μας. Θα έβρισκε έναν τρόπο να μπει στη φυλακή και να τον σκοτώσει. Μόνο τότε θα ηρεμούσε η ψυχή του. Ο Στέφανος είχε αποφασίσει να ζήσει για πάντα μ’ένα μίσος που θα δηλητηρίαζε την καρδιά του, τη σκέψη του και τις πράξεις του.
Εγώ πάλι δεν είχα αποφασίσει για τίποτα. Ο Άγγελος θα αποφάσιζε για μένα...

9 Φεβ 2009

Μα πώς είσαι έτσι ρε μαμά;...

11 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ "ΜΕΡΑ ΧΩΡΙΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ"!
ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΜΗΝ ΑΝΟΙΞΕΙ ΤΗΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΣΗΜΕΡΑ!





Μα πώς είσαι έτσι ρε μαμά;...

Η ώρα 8 παρά τέταρτο το πρωί ανοίγει η πόρτα του δωματίου μου, με τόσο θόρυβο, που ούτε κι όταν την κλείνω νευριασμένη δεν κάνει! Ποιό πρωί θα με ρωτήσετε; Μα κάθε πρωί! Είναι το εγερτήριό μου, η κορούλα μου, το σπλάχνο μου, που έρχεται να με ξυπνήσει για να την πάω στο σχολείο. Αυτό το παιδί, από βρέφος ακόμα, λες και το έχει σκοπό της ζωής της να μου κόβει τον γλυκό τον ύπνο...

- Μαμά, ξύπνα! Μου φωνάζει από την πόρτα. Δεν μπαίνει καν στον κόπο να έρθει να με χαϊδολογήσει, όπως έκανα εγώ τόσα χρόνια, κάθε πρωί που οι ρόλοι ήταν αντίστροφοι και την ξυπνούσα εγώ για το σχολείο. Κάνε παιδί να δεις καλό, που λέει κι ο λαός.

Τώρα θα μου πείτε, ολόκληρη κοπέλα 17 χρονών, εσύ την πας σχολείο; Ναι, την πάω, γιατί το σχολείο της είναι μακριά κι αν πρέπει να πάει με το λεωφορείο θα πρέπει να ξυπνάει μισή ώρα νωρίτερα. Και δε θέλει. Κι αφού εγώ, λέει, δε δουλεύω κι όλη μέρα κάθομαι, λέει, ας την πηγαίνω τουλάχιστον στο σχολείο. Όλα τ'άλλα που κάνω (βλ. σπίτι, μαγείρεμα, ψώνια, πλύσιμο ρούχων, σιδέρωμα κλπ. ανθυγιεινά) δεν πιάνονται!

Συμφώνησα λοιπόν να την πηγαίνω κάθε πρωί και να την παίρνω κάθε μεσημέρι. Αλλά αυτό το πρωί δύσκολο βρε παιδάκι μου. Διότι εγώ ξενυχτώ καμιά φορά. Με πιάνει ο οίστρος μέσα στη νύχτα και γράφω. Εκεί με πιάνει, τι να κάνω; Να σκεφτώ ότι πρέπει να κοιμηθώ γιατί την επόμενη έχω σχολείο; Γράφω μέχρι που κλείνουν τα μάτια μου. Τα οποία κλείνουν βέβαια κάποια στιγμή - το θέμα δεν είναι εκεί. Το θέμα είναι ότι δεν ανοίγουν το πρωί!

Παρ'όλα αυτά, μετά το τρίτο "άντε σήκω ρε μαμά!", σηκώνομαι. Το μητρικό μου ένστικτο είναι ισχυρό και ξεπερνάει τη νύστα μου. Κι όπως είμαι από τον ύπνο, βάζω τα παπούτσια μου, ρίχνω το παλτό μου, παίρνω τα κλειδιά μου και πάω στην πόρτα. Εκεί με περιμένει το λουλούδι μου.

Ντυμένο κομψά, χτενισμένο, με ελαφρύ μακιγιάζ και μαλλί στην τρίχα. Ώρες ώρες πιστεύω πως δεν κοιμήθηκε καθόλου όλο το βράδυ, εκεί στην πόρτα πρέπει να στεκόταν από την προηγούμενη. Δεν είναι δυνατόν άνθρωπος που μόλις έχει ξυπνήσει να έχει αυτή την όψη και τόση φρεσκάδα. Αποκλείεται.

Μπαίνουμε στο ασανσέρ και καταλαβαίνω πως με κοιτάει έντονα. Την κοιτάω κι εγώ καθώς κατεβαίνουμε κι αντιλαμβάνομαι μια πλήρη αποδοκιμασία στο βλέμμα της. Και τότε μου το λέει: "Ρε μαμά, πώς είσαι έτσι;"

"Πώς είμαι παιδί μου;", της απαντώ και κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Και βλέπω κάποια να με κοιτάει, που σας ορκίζομαι, δε μπορεί να είμαι εγώ.

Φανταστείτε θέαμα. Νυχτικό ή πυζάμα (αναλόγως τη θερμοκρασία και τα κέφια μου) από κάτω. Από πάνω παλτό, μακρύ, αλλά όχι τόσο ώστε να κρύβει το παντελόνι της πυζάμας. Κάτω κάτω πόδια γυμνά με παπούτσια μπαλαρίνες, βολικά στην οδήγηση μεν, απαίσια στο μάτι δε. Και πάμε στο αποκορύφωμα. Το κεφάλι. Τα μαλλιά τόσο ανακατεμένα, λες και πέρασε τυφώνας από πάνω τους. Τα μάτια μισόκλειστα και μουτζουρωμένα από το χθεσινό μακιγιάζ που ως συνήθως δεν καθάρισα καλά πριν κοιμηθώ. Το σύνολο δεν το χαρακτηρίζω, το αφήνω στη φαντασία σας.

Μέχρι να μπούμε στο αυτοκίνητο, σουλουπώνω τα μαλλιά μου με τα χέρια μου και βάζω τα μεγάλα γυαλιά ηλίου - ξέρετε από εκείνα που φοράνε οι σταρ για να μην τους αναγνωρίζουν οι παπαράτσι. Λέω πάντα την ίδια ατάκα, την ώρα που βγαίνω από το γκαράζ: "Ε, καλά, δε θα με δει κανείς" Η κόρη μου κουνάει το κεφάλι της με αυτή τη χαρακτηριστική κίνηση που σημαίνει: δεν πας καλά και βάζει το ράδιο στη διαπασών. Και τραγουδάει. Δυνατά. Θεεέ μου, πού τη βρίσκει τόση ενέργεια;...

Αυτά συμβαίνουν κάθε πρωί. Εκτός κι αν έχω κάποια πρωινή δουλειά, οπότε σηκώνομαι κι εγώ νωρίτερα, προλαβαίνω να πιω καφέ και να ετοιμαστώ και να πάω το παιδί μου στο σχολείο με μια αμφίεση αξιοπρεπή. Σήμερα όμως συνέβη κάτι διαφορετικό. Κάτι που θ'αλλάξει τις ζωές μας για πάντα....

Φτάνοντας στο σχολείο, με την γνωστή περιβολή του τριωδίου, κάποιος άλλος γονιός που επίσης έφερνε το παιδί του στο σχολείο - και προφανώς επίσης νύσταζε - με χτύπησε με το αυτοκίνητό του. Μη φανταστείτε κανένα τρακάρισμα σοβαρό. Ίσα που με ακούμπησε με τον προφυλακτήρα. Ο άνθρωπος όμως αιστάνθηκε την υποχρέωση να βγει από το αυτοκίνητό του και περίμενε πως θα κάνω κι εγώ το ίδιο. Αμ δε!

Η κόρη μου μού έριξε ένα προειδοποιητικό βλέμμα αρχικά και στη συνέχεια, όσο τον έβλεπε να πλησιάζει στο παράθυρό μου, είπε "μην τολμήσεις να βγεις έτσι έξω! θα σε δουν οι συμμαθητές μου, οι καθηγητές μου σ'αυτά τα χάλια! θα πρέπει ν'αλλάξω σχολείο μετά!" Και λέγοντας αυτά, βγήκε από το αυτοκίνητο κι εξαφανίστηκε μέσα στο σχολικό κτίριο.

Ψυχραιμία, είπα. Γύρισα το κεφάλι μου και κοίταξα τον ευγενέστατο κύριο που στεκόταν απέξω με απολογητική διάθεση. Κατέβασα το παράθυρο και του χαμογέλασα. Σα να μην είχε συμβεί τίποτα.

"Καλημέρα σας"

"Καλημέρα κυρία μου, χίλια συγνώμη, σας χτύπησα, ήμουν αφηρημένος, δε νομίζω να έγινε ζημιά πάντως, δε βλέπω κάτι, ελάτε όμως να δείτε κι εσείς"

"Δεν πειράζει καλέ, σας πιστεύω!"

"Μα πώς; Δε θέλετε να δείτε; Εγώ είμαι πρόθυμος να σας δώσω τα στοιχεία μου, αν έχει γίνει κάποια ζημιά...."

"Όχι, όχι, δεν πειράζει! Βιάζομαι ξέρετε, πρέπει να πάω στη δουλειά μου!"

Αυτό ήταν. Ο άνθρωπος άλλαξε ύφος με μιας, με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, όπως καθόμουν στο κάθισμά μου και μου είπε, με εκείνο (τ'ορκίζομαι, εκείνο), το ίδιο ύφος που είχε λίγο νωρίτερα η κόρη μου μέσα στο ασανσέρ:

"Στη δουλειά σας;... Έτσι;...."

Περιττό να σας πω ότι έβαλα μπρος κι έφυγα, αφήνοντάς τον άναυδο στη μέση του δρόμου. Ελπίζω να μην πήρε τον αριθμό μου και να με καταγγείλει για αγένεια, γιατί θα είναι και κρίμα. Είμαι πολύ ευγενική σαν άνθρωπος, αλλά μόνο όταν είμαι ντυμένη κανονικά! Αν τον ξανασυναντήσω στο σχολείο, θα του το εξηγήσω...

9 Ιαν 2009

Καθρέφτη, καθρεφτάκη μου....


Παρεξηγημένο εργαλείο. Αιτία πολλών κακών. Και δεν αναφέρομαι φυσικά στην ιστορία της Χιονάτης...

Μαγικοί καθρέφτες δεν υπάρχουν, δυστυχώς. Γιατί αν υπήρχαν θαρρώ θα μας έδειχναν όλους άσχημους. Τόσο άσχημους, ώστε να μην επαναπαυόμαστε ποτέ στην ομορφιά μας. Τόσο άσχημους, ώστε να παραιτηθούμε από την προσπάθεια να γίνουμε όμορφοι εξωτερικά και ν'αρχίσουμε να γινόμαστε όμορφοι εσωτερικά.

Αφού όμως δεν υπάρχουν, ας αξιοποιήσουμε τους απλούς καθρέφτες μας με τον καλύτερο τρόπο. Κι όταν τους κοιτάμε, ν'αντικρύζουμε τα μάτια μας, πρώτα απ'όλα. Με αυστηρότητα και αυτογνωσία.

Τι σκέφτεσαι όταν κοιτάζεσαι στον καθρέφτη; Τι θα έπρεπε να σκέφτεσαι όταν κοιτάζεσαι στον καθρέφτη; Πώς θα έβλεπες τον εαυτό σου αν ήσουν τυφλός; Αλήθεια, πώς θα σε έβλεπες;....

Να βλέπεις τα μάτια σου αν λένε την αλήθεια. Να καταλάβεις αν έχεις λόγους να χαμογελάς στο είδωλό σου ή να ντρέπεσαι. Και μην εξαπατάσαι.

Δεν είναι αυτό το γυάλινο αντικείμενο που αντανακλά τη μορφή μας ο πραγματικός καθρέφτης μας. Ο άνθρωπος που στέκεται απέναντί μας είναι. Ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά. Ο κάθε ένας από αυτούς μας δείχνει ποιοί πραγματικά είμαστε. Με αυτό που πιστεύει για μας, με τον τρόπο που μας χαμογελά, αν μας χαμογελά, με τον τρόπο που μας αγαπά... αν μας αγαπά.

Τα παιδιά μας είναι ο καθρέφτης μας. Ο σύντροφός μας. Οι φίλοι μας. Ο κόσμος. Τα λόγια, οι πράξεις και τα έργα μας.

Γι αυτό τίποτα δεν έχει να μας προσφέρει ο καθρέφτης στον τοίχο. Μονάχα παραπλάνηση κι αποπροσανατολισμό. Τι κι αν εγώ με βλέπω όμορφο; Σημασία έχει πώς με βλέπουν οι άλλοι. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με την εξωτερική μου εμφάνιση. Ποτέ σε βάθος χρόνου κι επί της ουσίας.

Πώς να στηρίξεις τη ζωή σου σε κάτι που μπορεί να χαθεί απ΄τη μια στιγμή στην άλλη; Πώς να θεωρήσεις ότι έχεις κάτι σπουδαίο, πώς να νιώσεις ανώτερος, για κάτι που δεν πάλεψες καθόλου ν'αποκτήσεις; Πώς να χαρείς γι αυτό που κανείς δε μπορεί ν'αγαπήσει, παρά μόνο να ποθήσει;

Έχετε δει ανθρώπους που κοιτάζονται συνεχώς στον καθρέφτη με ανασφάλεια; Έχετε δει ανθρώπους που θέλουν συνεχώς να φωτογραφίζονται με αυταρέσκεια, ψάχνοντας την τέλεια πόζα; Σίγουρα έχετε. Σκεφτείτε τους, φέρτε τους στο μυαλό σας και θα νιώσετε τη βαθιά δυστυχία που έχουν μέσα στην ψυχή τους. Ακόμα κι αν οι ίδιοι δεν την αντιλαμβάνονται - που είναι και το πιθανότερο.

Ο καθρέφτης μου με δίδαξε την πραγματική ομορφιά. Την εκτίμησα και θα την τιμώ πάντα. Δε χάνεται, δεν αλλοιώνεται, δεν ξεθωριάζει. Και δε χάνει τη μαγεία της ποτέ.

Είναι η αλήθεια...

3 Νοε 2008

Όταν έφυγε


Όταν έφυγε ένιωσα να χάνω τη γη κάτω απ'τα πόδια μου. Ο χρόνος σταμάτησε και τίποτα πια δεν είχε σημασία. Ούτε η δουλειά μου, ούτε το σπίτι, ούτε οι φίλοι, ούτε καν το ίδιο μου το παιδί. Ουσιαστικά εγώ δεν είχα σημασία. Από κει ξεκινάνε όλα. Ήρθε το τέλος που ποθούσα εδώ και πολύ καιρό - χρόνια θα έλεγα. Ένα τέλος που το επιδίωξα, το διεκδίκησα, το τεκμηρίωσα. Κι έφυγε.

Όταν έφυγε όμως γέμισα τύψεις κι ενοχές. Περνούσαν οι μέρες κι ενώ όλοι μου έλεγαν "αυτό δεν ήθελες;", εγώ έτρεμα ότι έκανα λάθος και τα κατέστρεψα όλα. Ένιωσα ανασφάλεια, φόβο, τρομερή αβεβαιότητα. Ξέχασα όλα εκείνα που με οδήγησαν σ'αυτή την απόφαση. Ξέχασα τους καυγάδες, τον παραλογισμό, τη βία, την καταπίεση και θυμόμουν μόνο τον έρωτα και την αγάπη. Τη σιγουριά και την ασφάλεια που σου προσφέρει ένας σύντροφος. Ο δικός μου είχε φύγει.

Άκουγα τραγούδια κι έκλαιγα. Έπεφτα να κοιμηθώ κι έκλαιγα. Ξυπνούσα κι έκλαιγα. Οι φίλοι μου έλεγαν πως είχα τρελαθεί. Αφού εγώ τον έδιωξα, γιατί τόση στεναχώρια; Βρήκα διέξοδο στο φαγητό. Πήρα πολλά κιλά και τα προβλήματα με την υγεία μου δεν άργησαν να μου χτυπήσουν την πόρτα. Το ένα μετά το άλλο. Υψηλό σάκχαρο, αυχενικό, αλλεργίες. Παραμέλησα τον εαυτό μου και μ'εκδικήθηκε. Σε όποιον γιατρό κι αν πήγα, όλοι βρήκαν την ίδια αιτία ως πηγή του κακού: Στεναχώρια και άγχος. Καθημερινά βούλιαζα και περισσότερο.

Ώσπου μια μέρα, Κυριακή, σηκώθηκα απ'το κρεβάτι κι ένιωσα ότι εκείνη τη μέρα ξύπνησα για πρώτη φορά μετά από μήνες. Βγήκα στη βεράντα, κάθησα σε μια καρέκλα κι έβαλα στην απέναντι καρέκλα τον εαυτό μου. Τον κοίταξα και του μίλησα. Για πρώτη φορά. Είπαμε πολλά, έκλαψα, γέλασα, πόνεσα, αλλά επιτέλους κατάλαβα.

Κατάλαβα ότι αυτός ο πόνος που βίωσα ήταν απολύτως φυσιολογικός κι έπαψα να θυμώνω με τον εαυτό μου. Βρήκα το δικό μου μερίδιο ευθύνης κι έδωσα πίσω εκείνο που δεν μου αναλογούσε κι άδικα κουβαλούσα τόσο καιρό. Κατάλαβα πως ο έρωτας κι η αγάπη για τον συγκεκριμένο άνθρωπο είχαν πεθάνει προ πολλού, για την ακρίβεια ο ίδιος είχε δολοφονήσει τα συναισθήματά μου. Και δεν υπάρχει χειρότερο έγκλημα, από το να σκοτώνεις σ'έναν άνθρωπο την αγάπη...

Βίωσα ένα πένθος, ακριβώς όπως ταιριάζει σ'ένα θάνατο. Δεν μετάνοιωσα για την απόφασή μου, απλά μετά από τόσα χρόνια, επιτέλους θρύνησα για όλα εκείνα που χάθηκαν ανεπιστρεπτί. Δεν τον ήθελα πίσω, δε γινόταν πια να ξαναζωντανέψει τίποτα. Είμασταν δυο διαφορετικοί άνθρωποι από εκείνους που κάποτε γνωρίστηκαν κι ερωτεύτηκαν κι ως εκ τούτου ήταν πλέον αδύνατον να συνεχίσουμε να ζούμε μαζί.

Όμως το πένθος πήρε τέλος, όπως και του έπρεπε. Η ζωή με καλούσε να γυρίσω κοντά της, το παιδί μου λαχταρούσε να ξαναδεί τη μάνα του κι οι φίλοι μου είχαν πεθυμήσει το γέλιο μου. Κι εγώ όφειλα να ξαναβρώ τον εαυτό μου.

Η σελίδα γύρισε κι ήταν η τελευταία αυτού του βιβλίου. Το καινούργιο βιβλίο της ζωής μου, στις πρώτες του σελίδες με βρήκε να προσέχω τη διατροφή μου, να πηγαίνω στο γυμναστήριο και ν'ανανεώνω το σπίτι μου. Άλλαξα έπιπλα, πήρα καινούργια πράγματα, άλλαξα σχεδόν τα πάντα. Ξαναβρήκα το γέλιο μου, τους φίλους μου. Βρήκα ξανά τον εαυτό μου.

Όταν έφυγε νόμιζα πως η γη σταμάτησε να γυρίζει για μένα. Ένιωσα αποτυχημένη, ανίκανη. Όμως δεν είμαι. Είμαι ένας άνθρωπος θαρραλέος που κατάφερα να πάρω τη ζωή μου στα χέρια μου και να ζήσω όπως μου αξίζει. Καλύτερα.


Αφιερωμένο στην Έλενά μου με αγάπη κι ένα μεγάλο, ισχυρό μπράβο...

21 Σεπ 2008

Κυριακή στην εκκλησία

Όταν περνάω αυτή την πόρτα, σχεδόν κάθε Κυριακή, η καρδιά μου χτυπάει πιο δυνατά. Όχι, δεν περιμένω να βρεθώ στην εκκλησία για να νιώσω τον Θεό μέσα μου και δε συμβαίνει μόνο εκεί. Αλλά εκεί συμβαίνει πιο έντονα, το θρησκευτικό συναίσθημα με κατακλύζει και πάντα, μα πάντα κλαίω. Τρέχουν τα δάκρυα απ'τα μάτια μου κι εγώ δεν ξέρω γιατί, αλλά και ούτε που προσπαθώ πια να τα εμποδίσω. Στην αρχή ντρεπόμουν, έλεγα "τι θα λέει ο κόσμος", όμως σύντομα κατάλαβα πως ο κόσμος δεν ασχολείται μαζί μου, ο καθένας κουβαλάει το δικό του σταυρό...
Δεν είναι καθόλου έτσι όπως νόμιζα η εκκλησία μας. Είναι ένας χώρος μαγικός, υπέροχος, όπου κάθε Κυριακή νιώθω ότι ξαναγεννιέμαι, νιώθω την καρδιά μου πιο ανάλαφρη να πετά στον ουρανό και τα πόδια μου πιο δυνατά και γερά να πατάνε στη γη. Δεν πρωτοπήγα στην εκκλησία από ανάγκη, για να παρακαλέσω για κάποιο θαύμα. Πήγα από ευγνωμοσύνη, για να ευχαριστήσω τον Θεό για τα όσα γενναιόδωρα σε όλη μου τη ζωή μου έδωσε κι εξακολουθεί να μου δίνει. Καθώς προσεύχομαι, αισθάνομαι ότι τίποτα και κανείς δε μπορεί να με βλάψει, όσο είμαι κοντά Του. Είναι η ασπίδα μου από κάθε κακό...



Στέκομαι όρθια, δίπλα στα στασίδια που είναι γεμάτα από κόσμο. Θέση να καθίσεις δεν υπάρχει, όσο νωρίς και να πας. Ξαφνικά μια κυρία, μεγαλύτερη από μένα, σηκώνεται και μου κάνει νόημα να καθήσω. Λέω "δεν είναι ανάγκη" αλλά επιμένει κι εγώ κάθομαι, πιστεύοντας ότι εκείνη θα φύγει. Δε φεύγει όμως, στέκεται όρθια δίπλα μου. Μετά από λίγη ώρα παρατηρώ ότι κι άλλη κυρία σηκώθηκε κι έδωσε τη θέση της και μετά από λίγο άλλη κι άλλη. Καταλαβαίνω πως είναι ένας άγραφος νόμος αυτός, για να ξεκουράζονται όσοι στέκονται να παρακολουθήσουν τη λειτουργία κι έτσι, σαν ένας κύκλος, όλοι κάθονται για λίγο τελικά.
Πώς μ'έκανε να νιώσω αυτό, καταλαβαίνετε; Ότι ανήκω σε αυτή την κοινωνία, ότι όλοι όσοι είμασταν εκεί είμασταν αδέλφια, σ'έναν κόσμο ιδεατό, με αγάπη και αδελφοσύνη, όπως ακριβώς θα μας ήθελε κι Εκείνος. Τα παιδιά Του.

Μ'αρέσει να πηγαίνω στην εκκλησία την Κυριακή. Όταν δεν τα καταφέρνω, κάτι μου λείπει, στεναχωριέμαι. Μέσα στον Οίκο του Θεού ηρεμώ, βρίσκω τον εαυτό μου, βρίσκω μ'ένα μαγικό τρόπο απάντηση στα ερωτήματά μου και λύση στα προβλήματά μου. Νιώθω καλύτερος άνθρωπος, δε θυμώνω, δεν έχω νεύρα, δεν ασχολούμαι με τις λεπτομέρειες της καθημερινότητας, εκτιμώ τη ζωή και τις αξίες της. Βιώνω απέραντη ευτυχία και συγκινούμαι, χαίρομαι που είμαι άνθρωπος και αγαπώ όλο τον κόσμο. Με αυτά τα συναισθήματα και τη χαρά που με πλημμυρίζει, σας εύχομαι φίλοι μου ΚΑΛΗ ΒΔΟΜΑΔΑ και να είστε όλοι καλά. Μέσα σας πρώτα απ'όλα...

26 Μαΐ 2008

Η ιστορία του Μέμου

Η ιστορία που ακολουθεί εμπεριέχεται στο "Παιδί της Αγάπης" και είναι ένα παραμύθι για μικρά αλλά και μεγάλα παιδιά.....


«Μαρίνα, ο πόνος δεν δόθηκε τυχαία στους ανθρώπους. Όπως ακριβώς στο σώμα σου σε πονάει κάτι για να σε προειδοποιήσει ότι κάτι δεν πάει καλά, κάτι έχει αρρωστήσει και πρέπει να το γιατρέψεις, έτσι ακριβώς και ο πόνος της ψυχής σε προτρέπει ν’ασχοληθείς μαζί της. Κι ενδεχομένως να την γιατρέψεις. Αν τον αγνοήσεις, αν τον προσπεράσεις, κοροϊδεύεις τον εαυτό σου – αυτός είναι πάντα εκεί. Λοιπόν, άκου. Θα σου πω μια ιστορία που την λέγαμε στα παιδιά στο ίδρυμα, αλλά μας αφορά όλους.
Κάποτε υπήρχε ένα χωριό ψηλά σ’ένα βουνό, με λιγοστούς κατοίκους, γύρω στις εκατό οικογένειες. Αυτοί οι άνθρωποι ζούσαν πολύ αρμονικά κι ευτυχισμένα μεταξύ τους. Ποτέ δεν αντιμετώπιζαν προβλήματα, ήταν πάντα γελαστοί κι αισιόδοξοι.
Μια μέρα εμφανίστηκε στο χωριό ένας δράκος. Κατέβηκε από τα βουνά κι εγκαταστάθηκε σε μια σπηλιά πάνω από τα σπίτια τους. Κάθε τόσο κατέβαινε στο χωριό κι έτρωγε κι από έναν χωρικό. Είτε άντρα, είτε γυναίκα, είτε καμιά φορά και παιδί, δεν έκανε διακρίσεις. Οι χωρικοί είχαν πανικοβληθεί, δεν ήξεραν πώς να τον αντιμετωπίσουν. Ένας, ένας οι πιο γενναίοι άντρες του χωριού, οπλίζονταν και πήγαιναν να παλέψουν μαζί του. Όμως ο δράκος πάντα νικούσε και τους σκότωνε.
Οργάνωσαν μια επίθεση από δέκα άντρες, οπλισμένους με μαχαίρια και κάθε λογής όπλα και του επιτέθηκαν στη φωλιά του. Ο δράκος, με μια ανάσα γεμάτη φωτιά, τους έκαψε όλους μονομιάς. Όταν πια είχαν απελπιστεί, μάζεψαν τα υπάρχοντά τους και μετακόμισαν σ’ένα γειτονικό χωριό εκεί κοντά. Ο δράκος όμως τους ακολούθησε κι εξακολουθούσε να τους επιτίθεται και να τους σκοτώνει έναν έναν.
Τότε εμφανίστηκε στο χωριό ένας άντρας νέος, κοντός κι αδύνατος και τους είπε: ‘εγώ θα τον σκοτώσω τον δράκο’.
Όλοι γέλασαν μαζί του και τον κορόιδεψαν, έμοιαζε στη δύναμη με μικρό παιδί!
‘Θα σε κάνει μια χαψιά’, του έλεγαν. Εκείνος όμως, Μέμος ήταν τ’όνομά του, πήρε ένα μικρό μαχαίρι, ένα μπουκάλι νερό κι ένα κομμάτι ψωμί και ξεκίνησε για τη φωλιά του δράκου.
Πλησίασε αργά και σιγά, για να μην τον πάρει χαμπάρι, και του έστησε καραούλι. Περίμενε μέχρι να νυχτώσει για τα καλά κι όταν ο δράκος αποκοιμήθηκε κι άρχισε να ροχαλίζει, πήδηξε γρήγορα-γρήγορα μέσα στο στόμα του και κατέβηκε στην κοιλιά του. Εκεί κάθησε ήσυχα σε μια γωνιά, έβγαλε το μαχαίρι από τη ζώνη του κι άρχισε να κόβει την κοιλιά του δράκου από μέσα. Κάθε μέρα που περνούσε έκοβε κι από ένα μικρό κομματάκι.
Ο δράκος, που ήταν τεράστιος, στην αρχή δεν καταλάβαινε τίποτα. Μετά από λίγες μέρες, άρχισε να έχει αφόρητους πόνους και να μη μπορεί πια να φάει τίποτα. Ο Μέμος, με υπομονή κι επιμονή, έκοβε κάθε μέρα και λίγο περισσότερο από την κοιλιά του. Ακόμα κι όταν σώθηκε το νερό και το ψωμί που είχε πάρει μαζί του, εκείνος εξαντλημένος και πεινασμένος, συνέχιζε να κόβει.
Οι χωρικοί πίστεψαν ότι ο Μέμος είχε πεθάνει, ότι τον είχε φάει ο δράκος, όπως τους υπόλοιπους. Έλεγαν μάλιστα ότι ήταν τόσο ανόητος αυτός, που πήγε και μπήκε μόνος του στο στόμα του δράκου! Καθώς περνούσαν οι μέρες κι ο δράκος σταμάτησε τις επιθέσεις, παραξενεύτηκαν.
Μετά από ένα μήνα, μαζεύτηκαν όλοι έξω από τη σπηλιά του δράκου και τον παρακολουθούσαν να σφαδάζει από τους πόνους, να χτυπιέται, να βγάζει φωτιές, αλλά χωρίς να μπορεί να σηκωθεί.
Ξαφνικά ο δράκος ξεψύχησε μ’ένα εκκωφαντικό αγκομαχητό. Και τότε, άνοιξε η κοιλιά του και βγήκε από μέσα ο Μέμος! Οι χωρικοί έμειναν άφωνοι για λίγο και μετά άρχισαν να ζητωκραυγάζουν και να χειροκροτούν τον ήρωά τους. Τον σήκωσαν στα χέρια και τον οδήγησαν στην πλατεία του χωριού για να του αποδώσουν τις τιμές που του έπρεπαν.
Αφού του έδωσαν να πιει νερό και να φάει καλά, τον ρώτησαν πώς τα κατάφερε, ένας τόσος δα ανθρωπάκος, να σκοτώσει τον δράκο που δεν είχαν καταφέρει δέκα δυνατοί άντρες μαζί. Κι ο Μέμος τους είπε:
‘Το μυστικό είναι να μπεις μέσα στο θεριό, πριν προλάβει εκείνο να σε φάει. Να μπεις με τη θέλησή σου, καλά προετοιμασμένος και να έχεις υπομονή κι επιμονή. Θα σου πάρει καιρό, αλλά τελικά θα καταφέρεις να το σκοτώσεις. Όταν είσαι μέσα του ζωντανός, δε μπορεί να σε πολεμήσει. Ο χρόνος είναι ο σύμμαχός σου. Το μόνο που χρειάζεσαι είναι ένα μικρό μαχαίρι’
Η Μαρίνα έμεινε για λίγο σιωπηλή και μετά του είπε:
«Υπέροχη ιστορία Αλέκο μου, πραγματικά. Δε νομίζω όμως πως καταλαβαίνω τι θες να μου πεις»
«Ο δράκος Μαρίνα είναι η θλίψη, το πένθος. Μπορεί να παρουσιαστεί στη ζωή σου εντελώς ξαφνικά κι αν δεν ξέρεις πως να το αντιμετωπίσεις, θα σε φάει. Αν προσπαθήσεις να το αγνοήσεις, είσαι σίγουρα χαμένος. Αν πάλι πας να το πολεμήσεις βιαστικά και να το χτυπήσεις όντας απ’έξω, θα σε νικήσει. Ο μόνος τρόπος να το νικήσεις είναι να μπεις μέσα του και να το πολεμήσεις σιγά-σιγά. Κάθε μέρα κι από λίγο. Με υπομονή κι επιμονή. Το μαχαίρι του Μέμου είναι η δύναμη της θέλησης που έχει ο καθένας μας. Κι ο χρόνος ο σύμμαχός μας. Καταλαβαίνεις τώρα;»
«Και το ψωμί και το νερό;»
«Αυτά είναι τα εφόδια που χρειάζεσαι για να παραμείνεις ζωντανός και να παλέψεις. Είναι οι αγαπημένοι μας άνθρωποι που είναι δίπλα μας και μας στηρίζουν, που μπορεί να τους έχουμε σα δεδομένο στην καθημερινή μας ζωή – ποιός εκτιμάει λίγο νερό κι ένα κομμάτι ψωμί; - αλλά που στη δεδομένη στιγμή, χωρίς αυτά δε θα μπορούσες να ζήσεις για να νικήσεις τον δράκο σου»....

11 Μαΐ 2008

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΜΑΜΑ!


Γλυκιά μου μανούλα,

Λυπάμαι τόσο που είμαι μακριά σου και δεν μπορώ, όπως παλιά, να σου κάνω έκπληξη με λουλούδια και καρτούλα και να σου πω Χρόνια Πολλά.
Αυτή η γιορτή ανέκαθεν για μένα ήταν πιο σημαντική κι από την ονομαστική σου γιορτή κι απ’τα γενέθλιά σου. Ήταν και είναι η μέρα που έχω την ευκαιρία να σου εκφράσω την αγάπη και την ευγνωμοσύνη μου – αλήθεια γιατί να μην το κάνω πιο συχνά;
Μου λείπεις μανούλα. Έχω μεγαλώσει κι έχω πετάξει μακριά από τη φωλιά σου εδώ και χρόνια. Κι όμως πόσο λαχταράω αυτή την ασφάλεια της αγκαλιάς σου, όπως τότε που ήμουν μικρή κι έπεφτα και χτυπούσα κι εσύ με φώναζες «σκουντούφλω», αλλά πάντα με αγάπη και τρυφερότητα περιποιόσουν τα πληγιασμένα μου γόνατα....

Ή όπως τότε που μάλωνα με τις φίλες μου κι ερχόμουν στο σπίτι κλαίγοντας για να κρυφτώ στην αγκαλιά σου και να με παρηγορήσεις, λέγοντάς μου «σώπα αγάπη μου, εγώ είμαι εδώ»...
Θυμάσαι μαμά τότε που σκοτώθηκε ο Μπούμπης; Ήμουν μόλις 12 χρονών κι ήταν η πιο τραυματική στιγμή της ζωής μου. Το αυτοκίνητο τον πέταξε ψηλά σαν μια άψυχη κούκλα, μπροστά στα μάτια μου κι εγώ ήμουν μόνη μου εκεί στο δρόμο μ’ένα σωρό άγνωστους ανθρώπους που θέλανε να με πάρουν μακριά του. Να μην τον δω να ξεψυχάει, όμως εγώ φώναζα «αφήστε με, θέλω τη μαμά μου!» Κι εσύ ήσουν στην Αθήνα με τον μπαμπά κι ήρθατε αργότερα το ίδιο απόγευμα. Μέχρι να σε δω δε ζούσα. Δεν σκεφτόμουν, δεν έκλαιγα, δε μιλούσα. Και μόλις με πήρες αγκαλιά, εκεί ξέσπασα όλο μου τον πόνο, εκεί, στην αγκαλιά της μανούλας μου, στο καλύτερο παυσίπονό μου.
Ήσουν πάντα εκεί. Και είσαι πάντα εκεί. Ακόμα και τώρα που δε σε βλέπω συχνά, το νιώθω ότι πάντα εκεί είσαι μαμά μου. Δε μπορώ να διανοηθώ τη ζωή μου χωρίς εσένα, χωρίς αυτό το «εκεί» μέσα στο μυαλό μου, να μου δίνει ασφάλεια.
Όταν έφερα στον κόσμο το δικό μου παιδί, το δικό σου χέρι ζητούσα να κρατήσω. Την ώρα του πόνου και της αγωνίας, το βλέμμα σου γύρευα για να καθησυχαστώ. Κι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μέχρι και σήμερα, η δική σου μορφή με γαληνεύει όταν φοβάμαι, όταν πονάω, όταν ανησυχώ.
Πόση δύναμη έχεις μαμά μου! Το έχεις συνειδητοποιήσει αυτό; Έχεις τη δύναμη να με κάνεις καλά με μια σου γλυκιά κουβέντα, να με ηρεμείς με μια σου αγκαλιά. Κι απ’όλα τα δώρα που μου έχεις κάνει, τα άπειρα και γενναιόδωρα, το πιο σπουδαίο, το πιο σημαντικό, το πιο πολύτιμο ήταν εκείνη σου η κουβέντα: «Είμαι περήφανη για σένα». Λες κι έζησα όλη μου τη ζωή βρε μαμά μόνο για να σ’ακούσω να το λες αυτό...


Σήμερα που γιορτάζεις, θέλω γι άλλη μια φορά να σου πω ότι είσαι σημείο αναφοράς για μένα. Σε θαυμάζω και σ’αγαπώ, όχι επειδή είσαι η μαμά μου, αλλά επειδή το αξίζεις. Μακάρι να γίνω κι εγώ τόσο καλή μαμά για την κόρη μου, όσο υπήρξες κι εσύ για μένα...


Γλυκιά μου μανούλα Χρόνια σου Πολλά και να είσαι πάντα εκεί....

Σε λατρεύω,

Η κορούλα σου.

7 Απρ 2008

Καλή αντάμωση...



Έγειρε το κεφάλι της πίσω στο κάθισμα κι έκλεισε τα μάτια. Ένιωσε την επιτάχυνση του αεροπλάνου να της κόβει την ανάσα κι έπειτα εκείνο το γνωστό "ανέβασμα" του στομαχιού που σηματοδοτούσε την απογείωση. Μαζί απογειώθηκε και η χαρά της.
Χαμογέλασε. Ένιωσε την ανάγκη να γυρίσει στην κυρία που καθόταν στο ακριβώς διπλανό της κάθισμα και να της πει πως σε μιάμιση περίπου ώρα θα βρισκόταν στην αγκαλιά του, αλλά συγκρατήθηκε. Αντί αυτού, έκλεισε ξανά τα μάτια κι έφερε την εικόνα του μπροστά της.
Τα μάτια του, το χαμόγελό του, το κελαριστό γέλιο του. Άκουσε στ'αυτιά της τη φωνή του, την τραγουδιστή του προφορά...Πουρέκκα μου...
Μα ήταν στ'αλήθεια τόσο όμορφος, όσο τον έβλεπαν τα ερωτευμένα της μάτια; Πάλι θέλησε ν'απευθύνει την ερώτηση στην κυρία δίπλα, αλλά σκέφτηκε πως, πρώτον εκείνη δεν τον γνώριζε και δεύτερον, ακόμα κι αν της έδειχνε τη φωτογραφία του, η κυρία από ευγένεια θα παραδεχόταν πως ναι, ήταν τόσο όμορφος. Άρα, η κίνηση αυτή δε θα είχε κανένα αποτέλεσμα, δε θα της έλυνε την απορία. Αλλά και γιατί θα έπρεπε να λυθεί η απορία αυτή; Της έφτανε που για κείνην ο αγαπημένος της ήταν σαφέστατα κι αδιαπραγμάτευτα ο ομορφότερος, γοητευτικότερος και καλύτερος άντρας του κόσμου! Τελεία και παύλα!
Έπαψε ν'αγωνιά με το ερώτημα αυτό και χαλάρωσε για ν'απολαύσει την μαγική πτήση. Γιατί μαγική ήταν η πτήση αυτή, εφόσον επί μιάμιση ώρα θα φανταζόταν τις στιγμές που θ'ακολουθούσαν, από τη συνάντησή τους στο αεροδρόμιο και μετά. Το είχε ζήσει αρκετές φορές μέχρι τότε, αλλά η μαγεία δεν είχε χαθεί ούτε στο ελάχιστο.
Πάντα το ίδιο καρδιοχτύπι, η ίδια λαχτάρα, τα ίδια φτερά στα πόδια από τη στιγμή που πατούσε στο έδαφος, μέχρι τη στιγμή που εκείνος την σήκωνε από αυτό, στριφογυρίζοντάς την στην αγκαλιά του. Τα πιο βασανιστικά αλλά και τα πιο ευτυχισμένα μέτρα που είχε διανύσει ποτέ στη ζωή της.
Η αυτόματη πόρτα ν'ανοίγει και να τον βλέπει εκεί, μ'εκείνο το θεϊκό χαμόγελο να την περιμένει. Κι έπειτα εκείνη να τρέχει απ'τη μια κι εκείνος να τρέχει απ'την άλλη, δεδομένου ότι τους χώριζε ένα κακιασμένο κάγκελο, μέχρι την έξοδο απ'το αεροδρόμιο. Και τη στιγμή της αγκαλιάς, τότε που οι τσάντες αφήνονταν να πέσουν αδιάφορα στο έδαφος και τα χείλια διψασμένα ενώνονταν σ'ένα παθιασμένο φιλί, τότε πυροτεχνήματα να σκίζουν και να φωτίζουν τον ουρανό και μια γλυκιά μελωδία να απλώνεται σε όλη τη γη... Αλλά αυτό το τελευταίο μπορεί να ήταν και της φαντασίας της, δεν ήταν σίγουρη.
Ανοίγει την τσάντα της και βγάζει το καθρεφτάκι να τσεκάρει την εμφάνισή της. Θα του αρέσουν τα μαλλιά της χτενισμένα έτσι; Την κολακεύουν τα ρούχα που διάλεξε να φορέσει για το ταξίδι; Κάθε φορά το ίδιο άγχος. Κι ας την διαβεβαίωνε εκείνος πως, όπως κι αν ήταν, ό,τι κι αν φορούσε, μακιγιαρισμένη ή όχι, την λάτρευε το ίδιο.
Η απότομη ανατάραξη την έβγαλε βίαια από το ονειροπόλημά της. Η φωτεινή επιγραφή δέστε τις ζώνες σας άναψε στο ταμπλό πάνω απ'τα καθίσματα. Οι επιβάτες θορυβήθηκαν, η διπλανή κυρία άρχισε να σταυροκοπιέται και να μουρμουρίζει "βοήθα Παναγία μου!", σφίγγοντας με δύναμη τα χέρια της μεταξύ τους.
Εκείνη έβαλε το καθρεφτάκι πίσω στη θέση του και προσπάθησε να μην χάσει την ψυχραιμία της. Τα είχαν αυτά τα αεροπλάνα, δεν ήταν και για πανικό! Σκέφτηκε πως θα ήταν πολύ κρίμα, πολύ άδικο να χανόταν έτσι ξαφνικά, ενώ εκείνος την περίμενε στην έξοδο του αεροδρομίου. Ασυναίσθητα σκέφτηκε τον πόνο που θα του ξέσκιζε την καρδιά κι επικαλέστηκε τον Θεό να την προστατεύσει και να μην αφήσει τίποτα κακό να συμβεί. Τίποτα και κανένας προσευχήθηκε να μην διαλύσει τ'όνειρό τους, να μην γκρεμίσει την ευτυχία τους. Δεν γινόταν να τον χάσει τώρα που τον βρήκε, μετά από τόσα χρόνια άσκοπης συναισθηματικής περιπλάνησης. Ήταν ο άντρας της ζωής της, το γραμμένο της, το άλλο της μισό.
Θες το θαύμα της πίστης, θες η δύναμη της αγάπης, θες οι δεήσεις της διπλανής.... πάντως το αεροπλάνο σταμάτησε τα σκαμπανεβάσματα κι η αναπνοή της ξαναβρήκε τον ρυθμό της. Ξανά έγειρε το κεφάλι, ξανά χαμογέλασε. Όλα θα πήγαιναν καλά. Θα τον έβλεπε, θα τον άγγιζε, θα τον μύριζε, θα τον άκουγε. Σε λίγο...
Θυμήθηκε το τελευταίο μήνυμα που της έστειλε στο κινητό της, λίγο πριν απογειωθεί το αεροπλάνο: "Έρχεσαι αγάπη μου! Επιτέλους έρχεσαι! Είμαι πολύ τυχερός τελικά! Καλό ταξίδι και καλή αντάμωση ψυχή μου!"
Σταμάτησε μια αεροσυνοδό που περνούσε δίπλα της εκείνη τη στιγμή και της ζήτησε ένα φύλλο χαρτί κι ένα στυλό. Η κοπέλα πρόθυμα τα έφερε αμέσως κι εκείνη τότε άφησε το μελάνι να κυλήσει πάνω στο χαρτί, γράφοντας:

Η καρδιά μου είναι ανοιχτή, ζεσταίνει το μυαλό και το κορμί μου.
Η σκέψη μου σε μια και μόνο διαδρομή, σ'αυτή που θα σε φέρει στη ζωή μου.
Χρώμα, αρώματα και φως όπου κοιτάξω αντικρύζω,

αυτόν τον κόσμο τον γλυκό πρώτη φορά μου τον γνωρίζω.
Και μια χαρά τόσο τρελή με συνοδεύει όπου κι αν πάω.
Θαρρείς πως είσαι εσύ ο τυχερός; Εγώ είμαι η τυχερή που σ'αγαπάω!...


Καλή αντάμωση μάτια μου...