27 Μαρ 2008

Καλό μήνα! Σήμερα στο Άρωμα Ελλάδας


Την Δευτέρα 24 Μαρτίου έδωσα την πρώτη μου συνέντευξη κι έμελλε να είναι και τηλεοπτική! Στα βαθιά, που λένε, κατευθείαν!
Ήταν για την εκπομπή Άρωμα Ελλάδας, ένα τηλεοπτικό μαγκαζίνο που προβάλλεται καθημερινά κυρίως στο επαρχιακό δίκτυο της χώρας μας και συγκεκριμένα σε 33 κανάλια σε όλη την Ελλάδα.

Στο στούντιο με υποδέχτηκε η ευγενέστατη κυρία Βασιλική Τσίγκου, διευθύντρια παραγωγής, η οποία αμέσως μ'έκανε να νιώσω άνετα, προσφέροντάς μου ένα καφέ και το γλυκύτατο πεκινουά της για συντροφιά!
Στη συνέχεια κι αφού η έμπειρη μακιγιέζ φρόντισε για την εμφάνισή μου, ο δημοσιογράφος και σκηνοθέτης κύριος Πάνος Καλουδάς με βοήθησε να αιστανθώ κυριολεκτικά σαν στο σπίτι μου! Κάναμε μια μικρή κουβέντα πριν από το γύρισμα, γνωριστήκαμε καλύτερα και μ'ενημέρωσε για τον χρόνο που θα είχαμε στη διάθεσή μας. Λες και ήξερε ο άνθρωπος ότι έτσι κι αρχίσω να μιλάω, δύσκολα σταματάω! Ειδικά αν πρόκειται να μιλήσω για το Παιδί της Αγάπης, όπου πραγματικά έχω πολλά να πω!

Το στούντιο ήταν πανέμορφο, ένα περιβάλλον πολύ φιλικό, σαν αυτό που βλέπουμε στις πρωινές εκπομπές. Καθήσαμε στο τραπέζι (προς μεγάλη μου απογοήτευση, διότι οι καναπέδες ήταν υ π έ ρ ο χ ο ι !) και ξεκινήσαμε την συνέντευξη, η οποία πραγματικά εξελίχθηκε σε μια φιλική συζήτηση.

Αν σας πω ότι δεν είχα τρακ, θα είναι ψέμμα. Τα πόδια μου έτρεμαν κάτω απ'το τραπέζι, πιστεύω όμως ότι τα κατάφερα αρκετά καλά, δεδομένου ότι μετά από λίγα λεπτά ξέχασα τις κάμερες κι ένιωσα ότι μιλούσα σ'έναν φίλο που ενδιαφερόταν να μάθει για μένα, για τη ζωή μου και φυσικά για το βιβλίο μου. Κι αυτό οφείλεται σαφώς στην πολυετή εμπειρία του κυρίου Καλουδά, τον οποίον θαύμασα για την ετοιμότητά του και φυσικά την άνεση που είχε με τον φακό.

Δε θα σας πω λεπτομέρειες για το περιεχόμενο της συνέντευξης, διότι ελπίζω να την παρακολουθήσετε από τις οθόνες σας! Μπορείτε να δείτε αναλυτικά σε ποιά κανάλια και ποιές ώρες θα προβληθεί, πατώντας εδώ. Η μέρα προβολής είναι την ερχόμενη Τρίτη 1/4/08 και όχι, δεν είναι Πρωταπριλιάτικο αστείο!

Να πω επίσης πως θα προβληθεί και στο ίντερνετ, στη διεύθυνση http://www.omegatv.net/ την Τρίτη 1/4 και στις ώρες 08.00 - 10.00 το πρωί και 18.00 - 20.00 το απόγευμα, καθώς και το σαβ/κο 5/4 και 6/4 στις 18.00 - 20.00.

Φυσικά η διάρκεια της συνέντευξης ήταν περίπου 15 λεπτά, μέσα στις 2 ώρες της εκπομπής, η οποία πραγματεύεται ποικίλα θέματα.

Στέλνω ένα μεγάλο ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου στην παραγωγή, στους ανθρώπους του στούντιο, στον κύριο Καλουδά ιδιαιτέρως και βεβαίως στο τμήμα δημοσίων σχέσεων του Ψυχογιού και στην Πόπη Γαλάτουλα για την παρουσίαση του βιβλίου μου μέσα από αυτή την εκπομπή.

Άρωμα Ελλάδας - υπέροχος τίτλος μα την αλήθεια...


25 Μαρ 2008

Γι αυτό είναι οι φίλες!...

«Μπορείς να μου πεις γιατί δεν απαντάς στο κινητό; Σε παίρνω εδώ και πόση ώρα, έχω ακούσει το Ζιγκολό εκατό φορές, το εμπέδωσα πια το κομμάτι – κι επί της ευκαιρίας, άλλαξέ το πια το τραγούδι στο κινητό σου, αφού τα χάλασες με τον Πέτρο, τι φταίμε οι υπόλοιποι να τρώμε την Παπαρίζου στη μάπα;»
«Καλημέρα και σε σένα! Ορεξάτη σε βρίσκω πρωί πρωί! Και παρεπιπτόντως, ο Πέτρος δεν ήταν ζιγκολό! Πέντε χρόνια τον περνούσα μόνο!»
«Επτά τον περνούσες, αλλά τέλος πάντων. Λοιπόν, πάρε τον καφέ σου και κάτσε κάτω, σου έχω νέα!»
«Έχω καφέ, λέγε, τι έγινε πάλι;»
«Έγινε το απίστευτο! Είδα τον Απόστολο!»
«Ποιόν Απόστολο;»
«Τον Απόστολο Γκλέτσο! Τι ποιόν Απόστολο παιδάκι μου, ΤΟΝ Απόστολο, τον δικό μου Απόστολο, τον πρώην!»
«Αχ καλέ, πού τον θυμήθηκες αυτόν τώρα;»
«Δάφνη θα συγκεντρωθείς; Δεν τον θυμήθηκα, ΤΟΝ ΕΙΔΑ σου είπα!»
«Α ναι σωστά. Πού τον είδες, μιλήσατε;»
«Άκου να στα πω απ’την αρχή. Χθες φεύγοντας από το γραφείο λέω δεν περνάω από τον Χόντο να ψωνίσω κανένα καλλυντικό ν’ανέβει λιγάκι η ψυχολογία μου;»
«Αχ πήγες Χόντο; Κι ήθελα μια λοσιόν, δε μου το’λεγες;»
«Δάφνη θα στο κλείσω!»
«Καλά, συγνώμη, δεν ξαναδιακόπτω, λέγε»
«Λοιπόν, πάω που λες στο Χόντο, κάτω στη Γλυφάδα ξέρεις κι όπως χάζευα εκεί στ’αρώματα ακούω μια φωνή μπάσα, πολύ γνώριμη. Γυρίζω και τι να δω: τον Απόστολο! Αλλά όχι τον Απόστολο που θυμόμουν, έναν άλλον Απόστολο, αγνώριστο! Με κοντό μαλλί, χωρίς το αξύριστο λουκ και ντυμένο στην τρίχα! Έπαθα πλάκα! Κούκλος σου λέω, κούκλος!»
«Κοίτα να δεις τώρα, δε μπορώ να μη διακόψω. Όπως και να τον φανταστώ τον Απόστολο, κούκλο δε θα τον χαρακτήριζα. Εκτός κι αν έκανε πλαστική κι ορθοδοντική ταυτόχρονα, αλλά και πάλι διατηρώ τις αμφιβολίες μου»
«Καλά, καλά. Λέγε εσύ. Είναι που δεν τον χώνεψες ποτέ σου και δεν μπορείς να τον κρίνεις αντικειμενικά»
«Λάθος κάνεις! Αντικειμενικά τον κρίνω. Αν τον έκρινα υποκειμενικά θα τον χαρακτήριζα ένα κάθαρμα και μισό!»
«Ρε Δάφνη σου λέω ο άνθρωπος έχει αλλάξει. Και δεν εννοώ μόνο εμφανισιακά. Αν έβλεπες πόσο γλυκά μου μίλησε, τι ευγενικός που ήταν! Προσφέρθηκε μέχρι και να μου αγοράσει το άρωμα που είχα διαλέξει!»
«Γιατί πουλάκι μου να μη σου μιλήσει ευγενικά; Ένα χρόνο είχε να σε δει, αυτό έλειπε να σε σκυλόβριζε όπως τότε που σ’έβλεπε κάθε μέρα! Καλά είσαι μπίτι χαζή Κάτια μου; Ώρες είναι να μου πεις ότι σου καλάρεσε κιόλας!»
«Θα στο πω! Από χθες δεν μπορώ να τον βγάλω απ’το μυαλό μου. Είπε θα με πάρει να πάμε για καφέ να τα πούμε»
«Α, καλά. Άντε γειά! Μωρέ είσαι με τα καλά σου; Είδαμε και πάθαμε να τον ξεπεράσουμε αυτόν, θα ξανακυλίσεις; Τσάμπα τα ξενύχτια με την Ούρσους, τσάμπα τα κλάμματα, οι υστερίες, τσάμπα όλα;»
«Αχ βρε Δάφνη μη με μαλώνεις! Το αποκλείεις να έχει αλλάξει, να έχει συνειδητοποιήσει τι έχασε και να θέλει να κάνουμε μια καινούργια αρχή;»
«Ναι»
«Τι ναι;»
«Ναι, το αποκλείω»
«Ε είσαι πολύ απόλυτη! Οι άνθρωποι αλλάζουν αν θες να ξέρεις! Κι εγώ έχω αλλάξει από τότε, έχω ωριμάσει, τα βλέπω αλλιώς»
«Ναι, τώρα είσαι πιο ώριμη να δεχτείς τον παραλογισμό του Απόστολου, τον οξύθυμο χαρακτήρα του, την αναισθησία που τον δέρνει και το γεγονός ότι κυνηγάει ό,τι φοράει κοντή φούστα και τακούνια!»
«Είπαμε, οι άνθρωποι αλλάζουν!»
«Οι άνθρωποι μπορεί – ο Απόστολος ποτέ!»
«Ε τώρα τι να σου πω; Φίλη είσαι εσύ να με παίρνεις έτσι απ’τα μούτρα, να μη χαίρεσαι με τη χαρά μου;»
«Φίλη είμαι εγώ γιατί εγώ ξενυχτούσα δίπλα σου όταν έκανες πλούσια την Σόφτεξ, εγώ σε μάζευα μεθυσμένη απ’το μπαρ, εγώ σου μιλούσα με τις ώρες και σ’έπαιρνα μαζί μου όπου κι αν πήγαινα, μη τυχόν μείνεις μόνη σου και τον πάρεις πάλι τηλέφωνο να τον παρακαλέσεις! Είμαι φίλη γιατί σου λέω την αλήθεια Κάτια μου κι η αλήθεια πονάει, αλλά όχι όσο θα σε πονέσει το να ξαναμπλέξεις μαζί του»
«Δε θα ξαναμπλέξω, ποιός το’πε; Ένα καφέ θα πιω μόνο, έτσι να τα πούμε»
«Πάμε εμείς έξω για καφέ να τα πούμε,θες; Γιατί πρέπει να πας με τον Απόστολο;»
«Μα δεν καταλαβαίνεις; Από περιέργεια! Θέλω να δω μετά από τόσο καιρό πώς με βλέπει, αν έχει μετανιώσει, θέλω να δικαιωθώ, να ικανοποιηθεί ο εγωισμός μου!»
«Κι αν έχει μετανιώσει; Κι αν σου πει να τα ξαναβρείτε; Τι θα κάνεις τότε;»
«Δεν ξέρω, θα το σκεφτώ»
«Όχι αγάπη μου. Δε θα το σκεφτείς. Δε γίνεται να το σκεφτείς. Για να σκεφτείς χρειάζεσαι μυαλό κι είναι ηλίου φαεινότερον ότι εσύ δεν διαθέτεις καθόλου!»
«Εγώ Δάφνη αν με πάρει θα πάω! Δεν την χάνω αυτή την ευκαιρία!»
«Κι εγώ αν σε πάρει και πας δε θα σου ξαναμιλήσω ποτέ!»
«Ρε Δάφνη!»
«Ρε Κάτια! Κοριτσάκι μου γλυκό, κουκλίτσα μου εσύ, φιλεναδίτσα μου, γιατί χαρά μου; Γιατί πουλάκι μου; Γιατί δεν εννοείς να καταλάβεις ότι η καλή μέρα απ’το πρωί φαίνεται γ.... το κέρατό μου γ....; Τόσα έχουμε περάσει κι εσύ κι εγώ, τόσες σφαλιάρες έχουμε φάει, τόσα έχουμε δει, δεν σου έχει γίνει βίωμα πια; Ό,τι ήταν να δεις απ’αυτόν το είδες, μη σε ξεγελάει η προσεγμένη εμφάνιση και το ξυρισμένο μάγουλο! Ήμαρτον πια, δεν είσαι 15 χρονών! Ξύπνα, φέρσου ώριμα, κάνε επιτέλους σωστές επιλογές και ΜΟΝΟ σωστές επιλογές!»
«Τι να σου πω τώρα, με προβλημάτισες. Έλεγα πως θα έχω τη χαρά της εκδίκησης, να τον κάνω να με θέλει και πάλι και μετά να τον φτύσω εγώ, αλλά μάλλον δεν έχει νόημα,ε;»
«Εμ, δεν έχει! Έστω κι ένα λεπτό να διαθέσεις απ’τον χρόνο σου για δαύτον, χαμένο θα πάει. Άστο βρε Κάτια μου, καλά δεν ήσουνα τόσο καιρό; Γιατί ψάχνεις να βάλεις μπελάδες στο κεφάλι σου;»
«Κι αν με πάρει τι να του πω;»
«Πες του ότι εκείνη τη μέρα δε μπορείς κι αν σε ξαναπάρει πες του το ίδιο, ε κάποια στιγμή θα το καταλάβει, τι διάολο! Κάποτε θα πρέπει όλοι αυτοί οι κύριοι να καταλάβουν ότι θα πληρώνουν τις συνέπειες της γαϊδουρινής τους συμπεριφοράς κι εμείς δε θα είμαστε πάντα εκεί διαθέσιμες όποτε τους ξαναέρθει το κέφι!»
«Δίκιο έχεις! Μπράβο ρε Δάφνη, καλά που σε πήρα. Α, όχι, δε θα του κάνω τη χάρη, όχι αυτή τη φορά, όχι κύριε Απόστολε κι ας ήσουν κούκλος! Πάντως όντως Δάφνη μου, κούκλος ήτανε!»
«Κάτια!»
«Χα,χα, έλα πλάκα κάνω! Σ’αφήνω τώρα να κάνω και καμιά δουλειά. Φιλάκια πολλά και σ’ευχαριστώ πολύ φιλενάδα! Και φρόντισε να απαντάς στο κινητό σου όταν σε παίρνω, γιατί δεν ξέρεις, μπορεί να είναι ανάγκη όπως τώρα, που ευτυχώς που σε βρήκα!»
«Γι αυτό είναι οι φίλες! Φιλάκια πολλά και μη μασάς φιλενάδα! Θα βάλω άλλο τραγούδι στο κινητό μου, που να σ’αρέσει και σένα και να μην γκρινιάζεις που αργώ να απαντήσω»
«Ναι; Ποιό θα βάλεις για πες!»
«Κρίσηηηηηη, με πιάνει κρίση! Μαζί μου πώς την έχεις δει, εγώ δεν είμαι αντικείμενο για χρήσηηηηηη!!!!!»

22 Μαρ 2008

Κάθε άλλο είναι δήθεν...

Θέλω να μοιραστώ μαζί σας τα όμορφα λόγια που μου έστειλε η αναγνώστρια, και φίλη μου πλέον, Κλημεντίνη. Αυτή η αυθόρμητη έκφραση αγάπης είναι που κάνει την καρδιά μου να χαμογελά. Αυτή η ιδιαίτερη σχέση που αρχίζει δειλά ν'αναπτύσσεται ανάμεσα σε μένα και σε σας. Ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Αυτή η σχέση που γίνεται δεσμός με το πέρασμα του χρόνου και σημαδεύει για πάντα τις ζωές μας. Πόση χαρά μου έδωσες Κλημεντίνη με λίγες γνήσιες λέξεις, που πήγασαν κατευθείαν απ'την ψυχή σου και δρόσισαν τη δική μου...

Καλημέρα Μαρία,

Με συγχωρείς για τον ενικό, αλλά νιώθω πλέον τόσο κοντά σου που νομίζω ότι κάθε άλλο είναι δήθεν. Κι εσύ δεν είσαι σίγουρα.

Σε γνώρισα μέσα από το ιστολόγιο της Λένας Μαντά και φυσικά αμέσως επισκέφθηκα και τη δική σου γωνιά η οποία με μάγεψε...Το παιδί της αγάπης το αγόρασα αμέσως, μα μόλις χθες κατάφερα να το ξεκινήσω. Βέβαια είμαι σίγουρη ότι θα το αγαπήσω, μετά τα τόσο καλά σχόλια όλων (ειδικά του φίλου Περικλή ), αλλά γιατί η γραφή σου είναι στρωτή και με κάνει να μπαίνω μέσα στην ιστορία και να τη βιώνω. Έχει δίκιο η Λένα για σένα. Διάβασα όλα τα κείμενά σου στο ιστολόγιό σου και δε σου κρύβω ότι με συνεπήραν. Ασε που εψαξα στο internet για τα χρυσόψαρα!!

Με μαγεύει τόσο πολύ ο κόσμος της λογοτεχνίας, διαβάζω τα βιβλία θεατρικά και πολλές φορές γίνομαι ηρωίδα τους. Ξεφεύγω από την μονοτονία και τη ρουτίνα της καθημερινότητας, με ξεκουράζουν. Από τις αγαπημένες μου η Πασχαλία Τραυλού, και ελπίζω να μπορέσω να είμαι στον Ελευθερουδάκη την άλλη Τετάρτη στην παρουσιάση του νέου βιβλίου της. Η Λένα Μαντά και η Ελένη Τσαμαδού είναι οι νέες μου φίλες εδώ και ένα χρόνο, αφού το ποτάμι της Λένας με συνεπήρε τόσο που δεν έχω σταματήσει να διαβάζω.
Δεν μπορώ βέβαια να μην αναφέρω τον αγαπημένο μου κ.Γιώργο Πολυράκη, τον οποίο θεωρώ κορυφαίο συγγραφέα.

Τώρα προστέθηκες κι εσύ στη λίστα, αφού από τα κείμενά σου φαίνεται η αγνότητα του χαρακτήρα σου. Σου εύχομαι ολόψυχα να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο σου, που σίγουρα θα μιλήσει στις καρδιές όλων μας, και να μας χαρίζεις τέτοια αριστουργήματα (και μέσα από το ιστολόγιό σου).

Με ιδιαίτερη εκτίμηση
Κλημεντίνη

17 Μαρ 2008

THANKS CYPRUS!


Σάββατο πρωί 15/3 ξημερώνει κι είμαι στην Κύπρο. Από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στην Κύπρο, ένιωσα σαν στο σπίτι μου.
Ένα ηλιόλουστο σάββατο κι η Λευκωσία μου χαμογελά και με κλείνει στην αγκαλιά της. Πηγαίνουμε σ'ένα βιβλιοπωλείο, σ'ένα από τα μεγαλύτερα της Λευκωσίας, στον Μαυρομάτη. Να δούμε αν έχουν το βιβλίο μου, να μάθουμε αν το έχουν καν υπόψιν τους.

Καθώς μπαίνουμε στη μεγάλη αίθουσα του κάτω ορόφου με τα λογοτεχνικά βιβλία, βρίσκω τη Μαρία, υπεύθυνη του χώρου, να μιλά με δυο κυρίες οι οποίες έψαχναν τι βιβλίο ν'αγοράσουν. Πλησιάζω και την ακούω να λέει: "Είχαμε κι ένα πολύ καλό βιβλίο, καινούργιο από τον Ψυχογιό, αλλά έχει εξαντληθεί και το περιμένουμε από βδομάδα. Πρόκειται για αληθινή ιστορία, πολύ συγκλονιστική κι έχει να κάνει μ'ένα παιδί που μεγάλωσε σε ίδρυμα..."

Χαμογελώ (αν μπορείς να το πεις χαμόγελο αυτόν τον ήλιο που φώτισε το πρόσωπό μου) και την διακόπτω: "Για το δικό μου βιβλίο λέτε;..."

Έκπληξη και χαμόγελα γέμισαν τον χώρο. Οι εν λόγω κυρίες παρήγγειλαν το βιβλίο μου και μια άλλη πωλήτρια του βιβλιοπωλείου μου έφερε να δω τη λίστα με τις παραγγελίες που είχαν ήδη συγκεντρώσει για το Παιδί της Αγάπης. Μιλούσαν για το βιβλίο μου με τόσο θαυμασμό που ένιωθα τη συγκίνηση ν'ανεβαίνει επικίνδυνα προς τα μάτια μου. Ευτυχώς συγκρατήθηκα και κατάφερα να φερθώ με φυσικότητα, λες και μου συνέβαινε κάθε μέρα αυτό...

Ο ιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου, ο κύριος Μαυρομάτης ήρθε να με γνωρίσει προσωπικά και να με συγχαρεί. Μου είπε ότι το βιβλίο μου έχει μεγάλη επιτυχία στην Κύπρο και συζητείται πολύ. Μου είπε ότι την πρώτη μέρα που το έφεραν, 40 κομμάτια, πουλήθηκαν όλα - την ίδια εκείνη μέρα! Έμεινα ν'αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν; Από πού έμαθαν για μένα, πώς;
Με κάλεσαν να τους επισκεφτώ πάλι και φυσικά το υποσχέθηκα. Στις 5 Απριλίου θα είμαι εκεί. Στο κεντρικό βιβλιοπωλείο του κυρίου Μαυρομάτη στη Λευκωσία. Φυσικά δεν θα είναι μια οργανωμένη παρουσίαση του βιβλίου αυτή, απλά μια γνωριμία με κάποιους από τους αναγνώστες μου που θέλουν να με γνωρίσουν προσωπικά και να έχουν την ιδιόχειρη αφιέρωσή μου στο βιβλίο τους. Στο βιβλίο μου που έγινε πια βιβλίο τους. Αυτό κι αν είναι μαγεία...

Την επόμενη μέρα, Κυριακή, συναντήσαμε ένα ζευγάρι φίλων στο Ζύγι, ένα υπέροχο παραλιακό μέρος με ονειρεμένες ψαροταβέρνες! Κάναμε μια βόλτα μέχρι την Λεμεσσό για καφέ και γλυκό, ενώ εγώ δεν χόρταινα ν'απολαμβάνω εικόνες, αρώματα και ήχους. Μα τι ήχους; Την τραγουδιστή κυπριακή διάλεκτο βέβαια! Αυτή την μουσική γλώσσα που έχω μάθει πια να καταλαβαίνω και σύντομα νομίζω πως θα είμαι και σε θέση να την μιλώ!

Η καρκιά μου ένι στην Κύπρο...και σας ευχαριστώ...

10 Μαρ 2008

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΓΡΑΦΗ ΓΙΑ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟΥΣ ΟΜΟΤΕΧΝΟΥΣ


Βρίσκομαι στο κεντρικό γραφείο των εκδόσεων Ψυχογιός, στο κέντρο της Αθήνας. Πριν μετακομίσουν στα καινούργια τους γραφεία στη Μεταμόρφωση. Στέκομαι αμήχανα στο διάδρομο περιμένοντας την κυρία Σωτηρίου. Γύρω μου βιβλία, πολλά βιβλία, εκατοντάδες βιβλία. Ασυναίσθητα αναρωτιέμαι αν η δική μου ιστορία θα γίνει ποτέ ένα τέτοιο βιβλίο. Η κυρία Σωτηρίου έρχεται να με καλωσορίσει και να με γνωρίσει. Μιλάμε για "το παιδί της αγάπης", που τότε ακόμα είχε άλλο τίτλο, μου λέει πως το βρήκαν ενδιαφέρον και τέλος μου ζητάει να το επιμεληθώ απ'την αρχή. Να κάνω διορθώσεις, να ζωντανέψω τους διαλόγους, να προσθέσω μερικές σελίδες ακόμα, αναπτύσσοντας την ιστορία. Λέω, ναι φυσικά, χωρίς όμως να γνωρίζω πώς ακριβώς θα το κάνω αυτό. Εγώ δεν είμαι συγγραφέας, σκέφτομαι, δεν έχω σπουδάσει πώς να γράφω ένα βιβλίο, δεν έχω παρακολουθήσει ούτε καν ένα σεμινάριο σχετικά. Εγώ κάθομαι μπροστά στο κομπιούτερ κι αφήνω τα χέρια μου να τρέχουν στο πληκτρολόγιο καθοδηγούμενα απ'την έμπνευση της στιγμής. Χωρίς πλάνο, χωρίς τεχνική. Πώς θα "διορθώσω" την ίδια μου την έμπνευση;...
Η κυρία Σωτηρίου, διαβάζοντας λες τη σκέψη μου, μού δίνει ένα κομμάτι χαρτί, που πάνω είχε γράψει τις μαγικές λέξεις: "Δημιουργική γραφή για μελλοντικούς ομότεχνους, της Πόλυς Μηλιώρη. - Διάβασε αυτό το βιβλίο, μου λέει. Θα σε βοηθήσει.
Και το διάβασα. Και με βοήθησε. Πολύ όμως. Το άρθρο αυτό που γράφω σήμερα είναι για να συστήσω ανεπιφύλακτα σε όλους τους μελλοντικούς ομότεχνους να διαβάσουν τον θησαυρό αυτό που η κυρία Μηλιώρη έκλεισε σ'ένα βιβλίο. Και πιστέψτε με, είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω. Το βιβλίο αυτό είναι ο λόγος που αποκαλώ την Πόλυ Μηλιώρη "πνευματική μου μητέρα". Θέλω και δημόσια να την ευχαριστήσω γιατί η επιμέλεια του παιδιού της αγάπης και ολόκληρο το δεύτερο βιβλίο που έχω γράψει, καθώς και το τρίτο που ετοιμάζω, έγιναν κάτω από την πολύτιμη καθοδήγηση του βιβλίου της.
Μη θεωρήσετε πως είναι ένα βιβλίο οδηγιών του τύπου "πώς να γίνετε συγγραφέας". Εξάλλου είναι γνωστό πως συγγραφέας γεννιέσαι, δε γίνεσαι. Όμως είναι σίγουρα ένα βιβλίο που θα σας κάνει καλύτερους και πιο συνειδητοποιημένους συγγραφείς, ή "γραφιάδες", όπως σοφά λέει η Πόλυ μας...
Αφήνω το βιβλίο να μιλήσει από μόνο του. Ακόμα κι αν δεν ανήκετε στην κατηγορία των ομότεχνων, είναι βέβαιο πως θα θαυμάσετε την πένα της Πόλυς Μηλιώρη...


Σελ. 20 - 22

Το γράψιμο είναι για μένα πάθος αληθινό. Δεν μπορώ να το αποστερηθώ. Όταν είμαι στεγνή από "πράγματα που θέλω να πω", όταν δηλαδή είμαι στεγνή από μηνύματα, με τρώνε τα δάχτυλά μου. Με τρώει κι η ψυχή μου, άπρακτη. Τότε πρέπει, σαν τους αλκοολικούς, να πάρω τη δόση μου. Τι κάνω λοιπόν; Ή μεταφράζω σημαντικά λογοτεχνήματα ή επεξεργάζομαι παλιά μου κείμενα. Μεταφράζοντας παιδεύομαι με τις λέξεις. Με δεδομένο το σημαντικό μήνυμα του συγγραφέα, προσπαθώ να βρω τους κατάλληλους εκφραστικούς τρόπους για να ξαναπώ τα ίδια πράγματα σε μια άλλη γλώσσα, τη δική μας. Έτσι ασκούμαι στη γλώσσα. Ασκούμαι σ'ένα από τα βασικά συστατικά της λογοτεχνικής γραφής. Και βέβαια συστήνω σε όλους σας να αντιμετωπίσετε την αγωνία - "έχω τον τρόπο, έχω τη γλώσσα να μεταφέρω καίρια το μήνυμά μου;" - με πολύ μεταφραστική άσκηση. Όταν πάλι επεξεργάζομαι παλιά μου κείμενα, δίνω απαντήσεις στην τρίτη αγωνία: "Διδάσκεται η λογοτεχνική γραφή;". Για χρόνια και χρόνια επεξεργάζομαι κι αναθεωρώ τα κείμενά μου. Που πάει να πει: διδάσκομαι από τα λάθη μου.
Υπάρχουν και κάποιες άλλες ώρες που δεν γράφω. Ούτε πρωτότυπα, ούτε μεταφράσεις. Αλλά η ίδια ψυχική ανάγκη, ανάγκη έκφρασης στην ουσία, με σπρώχνει να διαβάζω λογοτεχνία. Πιστεύω πως υπάρχει μια ταυτοπροσωπία συγγραφέα - αναγνώστη, που βιώνεται πολύ καθαρά μέσω της ταύτισης που συντελείται με την ανάγνωση της μυθοπλασίας. Ωστόσο, πέρα από τη συγγραφική ανάπλαση του κειμένου που κάνει κάθε αναγνώστης, νομίζω ότι εκείνοι που έχουν δοκιμάσει να γράψουν οι ίδιοι, προσεγγίζουν τη λογοτεχνική αφήγηση με μια επιπλέον ματιά: παρατηρούν συνειδητά ή ασυνείδητα το πώς δούλεψε το υλικό του ο φτασμένος τεχνίτης, ο μάστορας.
Τα κύρια λοιπόν μαθήματα συγγραφικής θα τα πάρετε μόνο από τις δοκιμές που θα κάνετε, από τα κείμενα που θα σκίσετε. Από την πείρα δηλαδή που, όπως ξέρετε, δε μεταφέρεται. Και βέβαια από πολλές προσεκτικές αναγνώσεις των κειμένων των άλλων.
Τότε γιατί γράφω αυτό το βιβλίο; Να εξηγηθούμε ακόμα μια φορά. Εδώ θα βρείτε μόνο κάποια τερτίπια. Κάποιες κωδικοποιημένες δυσκολίες. Κάποιες μικροτεχνικές, που σ'όποιον πρωτοξεκινά μοιάζουν θεόρατες κι απαγορευτικές. Τις μικροτεχνικές που διδάσκονται σ'όλους τους διακονιάρηδες μιας Τέχνης. Στους ζωγράφους, στους μουσικούς, στους χορευτές. Γιατί αναρωτιόμαστε αν διδάσκεται η συγγραφική; Μήπως η τέχνη του λόγου είναι μια τέχνη ανώτερη, πιο μυστικιστική από τις άλλες; Εγώ πιστεύω ότι διδάσκεται κι αυτή. Χωρίς παγιωμένους κανόνες, είναι αλήθεια. Χωρίς άλλα εγχειρίδια από τα ίδια τα πνευματικά παιδιά αυτών που είναι σαν κι εμάς, αυτών που γράφουν. Διδάσκεται σ'ένα τεράστιο εργαστήρι, όχι σε τάξεις με καθορισμένους ρόλους δασκάλου και μαθητή.


Σελ. 31-32

Δεχτήκαμε ότι το να σου αρέσει να γράφεις είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για να γίνεις λογοτέχνης. Χρειάζεται επίσης να έχεις σημαντικά πράγματα να πεις. Και χρειάζεσαι και το ταλέντο, να μπορείς να περάσεις με λέξεις το μήνυμά σου. Για να συμμετέχεις όμως στο τεράστιο παγκόσμιο και διαχρονικό εργαστήρι της συγγραφικής, αυτή η συνθήκη - η αγάπη για το γράψιμο - είναι όχι μόνον αναγκαία αλλά και ικανή. Γιατί βέβαια όλοι που έχουμε το πάθος της γραφής δεν πιστεύουμε ότι γεννηθήκαμε Ντοστογιέφσκι. Αντίθετα, αυτή είναι η αγωνία και των μεγαλύτερων συγγραφέων. Ότι δε φτάνουνε το όνειρό τους, το λογοτεχνικό υπερεγώ τους.
Διευκρινίζω τους όρους που χρησιμοποιώ: ο τίτλος του λογοτέχνη απονέμεται από την κριτική κι όχι από μας τους ίδιους στον εαυτό μας. Απονέμεται από την αντοχή του έργου μας στο χρόνο κι όχι από τη δημοσιότητα, τις δημόσιες σχέσεις, τους αριθμούς εκδόσεων, τον αριθμό των αντιτύπων που ορίζουν τα μπεστ σέλερ. Εμείς που αγαπάμε το γράψιμο μπορούμε να αυτοαποκαλούμαστε "γραφιάδες", "υπηρέτες της λογοτεχνίας" ή "συγγραφείς". (Να διευκρινήσουμε ότι συγγραφέας είναι όποιος έχει γράψει οποιοδήποτε βιβλίο κι όχι υποχρεωτικά λογοτεχνικό). Η ζωή μας λοιπόν μπορεί να είναι ένα διακόνημα στη λογοτεχνία, αλλά η λογοτεχνία στέκει πάντα απέναντί μας, απρόσιτη.


Σελ. 168-169

Έχω κιόλας προσπαθήσει να σας πείσω πως η αγάπη που έχετε για το διάβασμα είναι και αγάπη για το γράψιμο. Γιατί ως συγγραφέας μυθιστορημάτων - ως παραμυθού - διηγούμαι πρώτα απ'όλα τις ιστορίες μου στον εαυτό μου. Είμαι η πρώτη μου αναγνώστρια. Ναι, γράφω για ζωές που "θα μπορούσαν να είναι η δική μου". Όταν με ρωτάνε γιατί γράφω, απαντώ πως κάτι τέτοιο είναι ο δαίμονας που με σπρώχνει να γράφω μυθιστόρημα:
"Αν μου έδωσε ο Θεός μονάχα μια ζωή", λέω, "εγώ θα ξεπεράσω τα όριά μου. Θα κάνω κι άλλα πράγματα, θα ζήσω κι άλλα πάθη, θα συναντήσω πιο πολλούς από αυτούς που μου έδωσε για γνώριμους κι αγαπημένους. Θ'ακυρώσω το δοσμένο χρόνο".
Έτσι απαντάει κι ο αναγνώστης. Είτε γράφεις είτε διαβάζεις, μπερδεύεις το ποιά είναι η ζωή. Τι είναι αντικειμενική πραγματικότητα και τι είναι μύθος, όνειρο, προσδοκία. Ποιά μάσκα φόρεσες, ποιά μάσκα έβγαλες. Και όπως για τον αναγνώστη οι χάρτινοι άνθρωποι έχουν τη δική τους, ανεξέλεγκτη ζωή, έτσι και για το συγγραφέα. Από τη μια ταυτίζεται μαζί τους, από την άλλη του ξεφεύγουν. Ακριβώς έτσι. Αυτή είναι η άλλη περιπέτεια που ψυχανεμίζεστε ότι σας περιμένει, έτσι και αρχίσετε να μυθοπλάθετε. Γιατί βεβαίως, όταν ο Κούντερα μιλά για "την ανικανότητα αντοχής απέναντι στη σχετικότητα των ανθρώπινων πραγμάτων" δεν αναφέρεται μόνο στον αναγνώστη. Κι όταν ο Φρόυντ λέει "κινδυνεύουμε μάλλον να ξεχάσουμε ότι ο Χάνολντ και η Gradiva είναι απλώς πλάσματα της φαντασίας του ποιητή", παραλείπει να επισημάνει το αν ο ποιητής ελέγχει ή δεν ελέγχει τα πλάσματά του.




6 Μαρ 2008

ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΓΓΕΛΙΚΕΣ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ...

Με αφορμή την επερχόμενη ημέρα της Γυναίκας, αναδημοσιεύω την φανταστική αλλά τόσο αληθινή ιστορία που έγραψε η αγαπημένη Σταματίνα - η 13χρονη ταλαντούχα λογοτέχνης. Αφιερωμένη λοιπόν σε όλες τις Αγγελικές αυτού, αλλά και του άλλου κόσμου, από την Σταματίνα με αγάπη...
Το θυμάμαι χαρακτηριστικά. Ξύπνησα εκείνο το πρωί και συνειδητοποίησα ότι είχα παρακοιμθεί. Τρομαγμένη έτρεξα στο μπάνιο και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Ναι, φαινόταν καθαρά, πως μετά από πολύ καιρό είχα καταφέρει να κοιμηθώ αρκετά και να εξαφανίσω τους μαύρους σκοτεινούς κύκλους κάτω από τα μάτια μου. Είχα επιτέλους διώξει τη νύστα. Μα δεν είχα καταφέρει να διώξω την κούραση και το απλανές μου βλέμμα. Νόμισα πως είχα δουλειά εκείνη τη μέρα. Επέστρεψα στο δωμάτιο μου, κοίταξα το ρολόι του τοίχου κι ύστερα το ηλεκτρονικό ημερολόγιο. Σύμφωνα με την ώρα θα έπρεπε να είμαι στο γραφείο εδώ και 3 ώρες, αλλά προφανώς το ημερολόγιο και η σημείωση της αδελφής μου είχαν αντίθετη άποψη. Βλέπετε ήταν Σάββατο και η σημείωση από κάτω έγραφε: "Μείνε σπίτι όλη μέρα σήμερα. Μην κάνεις δουλειές, θα μαζέψω εγώ όταν γυρίσω. Έχω βαρεθεί αυτό το απλανές άδειο και αγελαδίσιο βλέμμα σου. ΞΕΚΟΥΡΑΣΟΥ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!".
Σκέφτηκα να ακολουθήσω τη συμβουλή και να δω λίγη τηλεόραση. Τίποτα αξιόλογο. Με έπιασε ένας έντονος πονοκέφαλος και ένιωσα μια έντονη επιθυμία να πηδήξω από το μπαλκόνι, προτού θυμηθώ ότι δεν πρέπει να βγω από το σπίτι, πόσο μάλλον να αυτοκτονήσω. Κάθισα στο κρεβάτι μου και έκλεισα τα μάτια μου. Όλα ήρθαν ξαφνικά στο μυαλό μου. Το γραφείο μου, η αδελφή μου, η μητέρα μας, το αφεντικό μου, οι κύκλοι κάτω από τα μάτια μου, μέχρι και το φαγητό που φάγαμε την περασμένη εβδομάδα ήρθε στο μυαλό μου. Αναρωτήθηκα πού πήγε η Ντίνα (η αδελφή μου) και αποφάσισα να την πάρω ένα τηλέφωνο, όταν θυμήθηκα ότι δεν μου έχει πει τον αριθμό του κινητού της για να μην την ενοχλήσω. Ποτέ δε μου είπε τι κάνει και πού πάει, ποτέ δε με άφησε να τη γνωρίσω ολοκληρωτικά. Αν με ρωτούσε κανείς για το πως αντιμετωπίζει τον έρωτα, ήξερα να απαντήσω. Άμα με ρωτούσε όμως αν έχει κάποια σχέση, θα κουνούσα το κεφάλι μου ανήξερη και θα τον εκνεύριζα με το σύνηθες απλανές βλέμμα μου.
Σηκώθηκα και πήγα στην κουζίνα. Κι άλλο σημείωμα από τη Ντίνα. "Μην πλύνεις τα πιάτα, κάτσε κοιμήσου. Για φαγητό σου έχω φτιάξει την αγαπημένη σου ομελέτα. Αν θες τίποτε άλλο ψάξε στο ψυγείο, πήγα για ψώνια χτες. Αφού φας βρες τρόπο να ξεφορτωθείς το βλέμμα σου".
Επιστράτευσα όλη μου την τεμπελιά (όση είχα δηλαδή) για να αντιμετωπίσω το πάθος μου με τη δουλειά και να μην αγγίξω το απορρυπαντικό πιάτων και το σφουγγάρι. Στο κάτω κάτω δεν ήμουν υποχρεωμένη να τα πλύνω, ας κάνει και κανείς άλλος τη δουλειά.Συνέχισα να πηγαίνω από δωμάτιο σε δωμάτιο και να βρίσκω σημειώματα της Ντίνας παντού. "Μην σιδερώσεις, ξεφορτώσου αυτό το ήλιθιο βλέμμα", "Μην σκουπίσεις", "Μην μαζέψεις", "Μην σφουγγαρίσεις". Προφανώς η Ντίνα θεωροούσε ότι δεν θα υπακούσω με την πρώτη φορά και άφησε ξεχωριστό σημείωμα για την κάθε δουλειά. Είχε δίκιο..Αν η Ντίνα ήταν στη θέση μου τώρα, θα έγραφε στα παλαιότερα των υποδημάτων της όλες τις δουλειές και θα καλούσε τον φίλο της στο σπίτι. Έλα όμως που οι δουλειές είναι η μόνη μου απασχόληση και δεν έχω φίλο...
"Δεν έχω φίλο"... Ακούγεται τόσο τραγικό, μα ποτέ δεν είχα σταθερές σχέσεις, όχι μόνο ερωτικά, αλλά και γενικότερα, οι μοναδικές σταθερές σχέσεις που είχα ήταν, και είναι, οι σχέσεις μου με τη Ντίνα και τη μητέρα μας. Η Ντίνα δεν με καταλαβαίνει. Είναι μικρή ακόμα. Δεν έχει περάσει τα 40 όπως εγώ, είναι μόλις 27. Όταν η Ντίνα έμαθε πως είμαι έγκυος ενθουσιάστηκε, κι όταν τελικά χώρισα, ενθουσιάστηκε και πάλι. Μακάρι να μη βρεθεί στη θέση μου όπως ήμουν τότε. Ω, ναι, είχα παντρευτεί κάποτε. Είχα και δυο δίδυμα. Αόριστος χρόνος. Και οι τρεις τους τώρα έχουν φύγει. Όπως μου δήλωσαν την τελευταία φορά που τους είδα, "φεύγουν επειδή δεν αντέχουν πλέον το απλανές μου βλέμμα".
Μα αλήθεια, έχω τόσο απλανές βλέμμα; Και τόσο απλανές που είναι και απωθητικό; Τέτοιες αμφιβολίες για τον εαυτό μου οδήγησαν στη συζήτηση και στα γεγονότα που επακολούθησαν το βράδυ της ίδιας άδειας μέρας.Η Ντίνα γύρισε κατά τις οκτώ και μισή. Με βρήκε στον καναπέ με κλειστά μάτια και θεώρησε ότι κοιμάμαι. Περπατώντας στις μύτες έφερε μια κουβέρτα και με σκέπασε. Στενοχωρήθηκα που το βλέμμα μου ενοχλεί έναν τόσο γλυκό άνθρωπο. Της μίλησα, μα δεν άνοιξα τα μάτια. Είχα ένα σχέδιο. Θα έκανα μια συζήτηση μαζί της, που είτε θα μου γέμιζε το βλέμμα είτε θα μου το άδειαζε εντελώς και για πάντα.
"Ντίνα, δεν κοιμάμαι" "Κοιμήσου" "Ντίνα, δε νυστάζω" "Θα νυστάξεις. Τρώγοντας έρχεται η όρεξη" "Ναι Ντίνα, αλλά εγώ προσπαθώ να φάω εδώ και μια ώρα. Δεν νυστάζω σου λέω." "Τι θέλεις;" "Να μιλήσουμε." "Να πούμε τι;" "Όλο και κάτι θα έχεις να συζητήσεις με την αδερφή σου!" "Λέγε." "Τι να πω εγώ;" "Σε ξέρω καλά Αγγελικούλα μου. Κάτι θες να μου πεις." επέμεινε. "Όντως, είναι κάτι..Αλλά φοβάμαι μη μου θυμώσεις και δεν το θέλω." "Λέγε." "Να...το βλέμμα μου.."..κόμπιασα. "Τι;" άναψε η φωνή της. "Δεν γέμισε..." είπα δειλά και σιγανά, λες και θα με έδιωχνε από κοντά της. "Τι εννοείς; Σου έδωσα μια ολόκληρη μέρα μόνη σου, στην ησυχία σου, χωρίς δουλειές για να γεμίσεις αυτό το βλέμμα!" "Ναι, αλλά.." "Τι αλλά ρε Αγγελική;", είπε χωρίς τον κόπο να χρησιμοποιήσει υποκοριστικό. "Το βαρέθηκα πια! Κοιτάω τα μάτια σου και μου χαλάει η μέρα! ΒΑ-ΡΕ-ΘΗ-ΚΑ!!" "Ντίνα.." "Δε σ' αντέχω άλλο, με καταλαβαίνεις; ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ!!" ούρλιαξε. Έβαλα τα κλάματα. Τα αγελαδίσια μου μάτια πλημμύρισαν δάκρυα και πάλι όμως, το βλέμμα μου παρέμεινε άδειο. Το ίδιο και τα αισθήματά μου. Μερικές φορές αναρωτιέμαι πώς γίνεται να είμαι τόσο άδεια.. Μήπως έχω πεθάνει και δε το θυμάμαι? Ήθελα να φύγω, ήθελα να κλειστώ σε μένα, ήθελα να κάνω το ότιδήποτε για να σταματήσω να ακούω τη Ντίνα να λέει γεμάτη αγανάκτηση πως δε μ' αντέχει. Όμως πού να πάω; Εκτός από τη Ντίνα το μόνο που υπήρχε ήταν η μητέρα μου, που με είχε βαρεθεί προ πολλού, απλά δεν μπορούσε να με εγκαταλείψει. Πάντα πίστευε ότι μια μητέρα δεν πρέπει να εγκαταλείπει ποτέ τα παιδιά της. Κρατώντας αυτήν την αρχή κατόρθωσε να μην με αφήσει μόνη μου, αλλά μου αγόρασε ένα σπίτι στην άλλη άκρη του Λεκανοπεδίου Αττικής και μου έδωσε το τηλέφωνο του σπιτιού της, που φρόντιζε να μην σηκώνει ποτέ. Πού να πήγαινα, λοιπόν; Η Ντίνα ούρλιαζε στα αυτιά μου. Πήγα και κλείστηκα στο δωμάτιό μου. Από την επόμενη μέρα έλειπα τα βράδια. Βρήκα μια διέξοδο. Μια μοναδική διέξοδο: Τα χάπια. Έπεσα στα ναρκωτικά κουβαλώντας όλη μου την αποτυχημένη ζωή και τότε χωρίς να το ξέρω τα μάτια μου ήταν πιο άδεια από ποτέ. Ένιωθα γελοία, σαράντα τριών χρονών να κάθομαι σε παιδικές χαρες με έφηβους και να καταστρέφουμε όλοι μαζί τους εαυτούς μας, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Οι μαύροι κύκλοι γύρισαν, παρόλο που παραιτήθηκα από τη δουλειά μου και δεν ξαναέκανα τίποτα στο σπιτι. Κοιμόμουν όλοι μέρα και τα βράδια μαζί με τα παιδιά στο πάρκο. Έμαθα και τα ονόματά τους. Ο Δημήτρης, ο Κώστας, ο Τάσος. Μαζί ήταν και η Κωνσταντίνα μια δεκαεξάχρονη κοπελίτσα, που οι γονείς της την άφησαν στα ερείπια ενός σπιτιού πριν από 2 χρόνια μαζί με την μικρή της αδερφή, που ήταν μόλις 11 ετών και ερχόταν μαζί μας κάθε βράδυ.Μετά από πολλούς μήνες βρέθηκα στη θέση που είμαι και τώρα. Πέρασα από νοσοκομεία και κατέληξα νεκρή. Από ναρκωτικά. Όταν το έμαθε η μαμά έπεσε από τα σύννεφα. Ποια σύννεφα δηλαδή, λες και την είχα ανεβάσει ποτέ εκει πάνω. Μπορεί και να μην την εξέπληξε καθόλου το γεγονός αυτό. Αναρωτιέμαι πώς αντέδρασε η Ντίνα. Φαντάζομαι κανένα ειρωνικό σχόλιο τύπου "Αυτά τα άχρηστα μάτια όμως δεν άλλαξαν ούτε στον θάνατο"...Ύστερα από δυο χρόνια ήρθαν και οι υπόλοιποι να με βρουν. Ο Κώστας πέθανε από ναρκωτικά τον Ιούνιο. Οι υπόλοιποι συνελήφθησαν για χρήση ναρκωτικών και αυτοκτόνησαν στα κελιά τους τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου. Καλή εναλλακτική. Τη δουλειά που προσπαθείς να κάνει μόνος σου τόσα χρόνια, στην κάνει η Δίωξη Ναρκωτικών σε μία νύχτα. Good job..
Βλέπω τώρα τη Ντίνα να πατάει τα 43 και να γίνεται σαν κι εμένα. Έφτασε στην ηλικία μου επιτέλους (δεν μεγαλώνουμε όταν είμαστε νεκροί οργανισμοί). Α, όχι δεν υπάρχει μετά θάνατον ζωή. Μας έδωσαν μια δεύτερη ευκαιρία, αλλά σημείωσαν: "Δεν είναι για σας, είναι για όσους είναι ένα βήμα πριν από εσάς. Και ο νοών νοείτω." Το μόνο που κατάλαβα μετά από τότε ήταν ότι το βλέμμα μου γέμισε...
Μήπως τελικά δεν έχω πεθάνει και ήταν όλη μου η ζωή ένας εφιάλτης?

1 Μαρ 2008

ΚΑΛΩΣ ΜΑΣ ΗΡΘΕΣ ΑΝΟΙΞΗ...

Καλό μήνα λοιπόν... Για μένα άρχισε με τον καλύτερο τρόπο και το χρωστάω στο μήνυμα της αγαπημένης μου Λένας Μαντά, η οποία, νιώθοντας τη λαχτάρα της ψυχής μου ως αδελφή ψυχή, μου έστειλε την κριτική ενός αναγνώστη της (και πλέον "μου") για το Παιδί της αγάπης.
Μεγαλειώδες το συναίσθημα του ν'αγγίζεις την ψυχή των ανθρώπων κι είμαι κάτι παραπάνω από συγκινημένη... Σας ευχαριστώ....

«το παιδι της αγαπης». τελειωσα το βιβλιο αποψε,δεν κοιμηθηκα μεχρι την Ηγουμενιτσα(ειμαι ναυτικος,για τους περισσοτερους που δεν το ξερουν). εκλεισα το βιβλιο,και βγηκα στο καταστρωμα,κι ενιωθα αυτο που ενιωθε και η Ελένη(ενα προσωπο της ιστοριας) στην σελιδα 335,αν θυμαμαι σωστα,μια μεγγενη να μου σφιγγει την ψυχη. Απεναντι μου τα φωτα της κερκυρας,και η ψυχη μου εσπασε σε χιλιαδες κομματια που πονουσαν.δεν θα περιγραψω τιποτ’αλλο,θα πω μονο να το διαβασετε,χωρις σκεψη αλλη(τυχαιο ειναι οτι το παρουσιασες εσυ καλη μου?). και στην κα. Μαρια Τζιριτα,ενα μεγαλο μπραβο κι ενα ευχαριστω για το βιβλιο που εδωσε στο αναγνωστικο κοινο.και επισης,οτι ειναι τυχερη,που γνωρισε ενα απο τα βασικα προσωπα της ιστοριας,μιας και βασιζεται σε πραγματικα γεγονοτα.κι αν αυτο το προσωπο ειναι αναμεσα μας,να χει παντα την ευλογια του Θεου. σε ολους σας ενα μεγαλο ευχαριστω,την αγαπη μου και να στε παντα καλα. Περικλής Γρίβας